Τοίχος…

Posted in experiment with... on 30 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Όλα έγιναν όπως έπρεπε.

Την παραίτηση σ’ ένα Τ σταυρώσαμε.
Όσο κι αν έκλαψα, δεν αναστήθηκε.
Καιρό μετά και το πληθυντικό ΟΙ σπάσαμε.
Από τότε σκέφτομαι,
αν απλά ένα Ο και ένα Ι μοιράσαμε
ή μπήγοντας τα μαζί, το Ø μας φτιάξαμε.
Κι ένα Χ σε κουτιά συμπληρώσαμε,
που άγνωστο θα μείνει, αν τα αναπληρώσαμε.
Κι εκείνο το Ο, θηλιά δειλή,
το βάλαμε και έψαξε κομμάτια ανάκατα, σε κάδους ψυχής.
Μας βρήκε όμως ένα Σ,
τελικό, παράπονο να μην έχουμε.

Και ο τοίχος μας, να, όπως έπρεπε χτίστηκε…

Ο φάρος…

Posted in experiment with... on 26 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Στιγμές εκνευρισμού μικρές, πυκνές,
φορές που και θολές θα τις έλεγες.
Κι όμως αφαιρέθηκαν και αυτές,
όταν πάνω σε λιτά σιδερένια κάγκελα περιφράχθηκαν.
Περιουσιακό στοιχείο πλέον αποτελούν,
όπως τόσα και τόσα αλλά συμπαγή υλικά,
που σε καιρό ειρήνης θέλησες να αγοράσεις.
Και θυμού κινήσεις επίσης,
σαν αναλαμπές ενός φάρου μεσοπέλαγα,
κοπής παλιάς φουρτουνιασμένης μνήμης.
Που αναμένει το ναυάγιο του κι αυτός,
από κύματα υπόστασης αμφίστομης.
Ναυάγιο, τόσης απουσίας μετρημένης,
όσης και των βουλιαγμένων σταγόνων του.

[Lighthouse Poster]

‘Ο,τι μας καίει…

Posted in unwritten life... on 25 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Φωτιάς πανιά ξεδίπλωσα που μόλις τα έστυψα στις χίλιες στροφές ανάμνησης, πλυμμένα στους τριάντα βαθμούς θερμοκρασία σιωπής. Τα έβγαλα απ’ τον κάδο εκκωφαντικής μνήμης τραβώντας τα σαν λάστιχο, όμως πάνω στα χέρια μου αυτά τυλίχθηκαν και με κρεμάσανε από μια λάμπα αναμμένης καρδιάς, σαν φανάρι ερήμου δρόμου. Αναβοσβήνω σαν χρυσόσκονη μιας αποκριάς που λες και ποτέ δεν τελείωσε. Κι αυτά τα τόσα μικρά κομματάκια φωτιάς, μην ρωτάς, πως ξαφνικά βρεθήκανε να πλημμυρίζουν τις υπόγειες στοές των ματιών μου. Θραύσματα λατρευτικής έκρηξης είναι, που στο λεπτό μετά της, πάγωσαν. Φωτιές απλωμένες χωθήκαν μέσα σ’ ένα αθώο παγάκι ζωής. Και σ’ ένα ανυπεράσπιστο, προσφερόμενο κατ’ εξακολούθηση, ποτήρι ποτού κρυφτήκανε. Αυτό που εσύ, με το βλέμμα σαν ακόντιο, θέλησες να το τρυπήσεις για να τις δεις μια μια. Η φωτιά όμως καρδιά μου, είναι όπως και η μνήμη, όσο την ανακατεύεις τόσο αυτή φουντώνει και σε καίει, έστω κι αν σε πάγο μέσα έχει κρυφτεί…

Αμφίστομη Εν Λευκώ Ζωή…

Posted in their beautiful words... on 25 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Η κορνίζα…

Posted in experiment with... on 24 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Βόλτες κόβει η θλίψη,
στα πεζοδρόμια των ματιών απ’ το πρωί.
Και δεν λέει να σταματήσει τούτο το πάνω κάτω,
όπως και κάθε τέτοια μέρα καθαριότητας.
Τα βλέφαρα κουρασμένα,
ήρθε στιγμή που είπανε να φύγουνε,
πόρτες κλείσανε σίγουρα, μήπως και παράθυρα;
Αδιάφορα εγκατέλειψαν. Τι ξέρουν άλλωστε αυτά
για των ψυχών τα σκονίσματα;

Κι όπως κάποιο λίγο φως μπαίνει
στο μικρό δωμάτιο του κορμιού,
όλη του την σκόνη δείχνει.
Αυτή να είναι που στο σπίτι,
μυρωδιά παλιού ξυλάδικου αφήνει;

Κι έτσι όπως όλα τα αγάλματα της μνήμης
έσκυψαν ευλαβικά να καθαρίσουν,
‘Προσέχετε’ φώναξα, σιωπώντας.
‘Προσέχετε τούτη εκεί την κορνίζα.
Δεν βλέπετε ότι στα μάτια μέσα της,
ούτε μια τόση δα σκόνη θλίψης δεν έχει;
Ήσυχη αφήστε την,
αυτή από καιρό περάστηκε με λούστρο αμνησίας.’

[photo by Wilhelm Leisten]

Metro, Μετράς;

Posted in through my heart... on 23 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Ξυπνάω. Σηκώνομαι. Πλένομαι. Χτενίζομαι. Ντύνομαι. Βγαίνω. Κλειδώνω. Περπατάω. Στέκομαι. Περιμένω. Ανεβαίνω. Επικυρώνω. Κατεβαίνω. Ακυρώνω. Κατεβαίνω. Αναμένω.

Μετρώ. Κοιτώντας γύρω μου σαστίζω. Είναι φορές που τούτη η πολυκοσμία με φοβίζει. Με κάνει να κουμπώνω λειτουργίες. Είναι όμως και άλλες που μου αρέσει. Χάνομαι πιο εύκολα έτσι. Μετρώ. Διασπώνται σκέψεις, θέσεις, προθέσεις, υποθέσεις. Στροβιλίζονται μέσα στου τεχνητού αέρα τις σταγόνες. Σε μια υγρασία προστατευμένη. Υπόγεια. Τεχνητή. Όπως και όλα γύρω μου. Φως. Ήχοι. Εικόνες. Μετρώ. Συρμοί αναδενόμενοι. Επιβίβασης. Αποβίβασης. Και ξαφνικά ένα βήμα πιο πίσω. Παιχνίδι με μένα. Μετρώ. Να χάσω αυτόν να πάρω τον επόμενο. Σιγά την καθυστέρηση. Και εκεί που φεύγει και βλέπεις να μπαίνει σε μια φυλακισμένη αγκαλιά γεμάτη σκοτάδι, συνειδητοποιείς το πόσο μόνος είσαι μέσα σε αυτή την τεχνητότητα που ζωή την λες. Όλα αδειάζουν. Μετρώ. Αποβάθρες. Φωνές. Εικόνες. Ανθρώπους. Και όλα να υπάρχουν γιατί μόνο εσύ εκεί μετράς;

[Metro des Abesses photo by Marie Babey]
Εκτώρ Γκιμάρ ήταν αρχιτέκτονας.
Το 1899 έπειτα από διαγωνισμό,
η εταιρία που κατασκεύαζε το μετρό του Παρισιού
του ανέθεσε τον σχεδιασμό των εισόδων του.
Μια από τις οποίες είναι και αυτή της φωτογραφίας.]

Οι σελιδοδείκτες μιας μέρας…

Posted in unwritten life... on 20 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Διαφορετικοί και ανυποψίαστοι, τοποθετημένοι πάντα στο μικρό τραπεζάκι της καρδιάς. Περιμένουν να καθορίσουν μια συνέχεια. Την καταγραφή μιας ατέρμονης μνήμης που συλλέγει φράσεις. Τοποθετούνται περιπαιχτικά πάνω του, έχοντας του χρώματος τις διακυμάνσεις, τυχαία όμως όχι. Καθένας έχει τον σκοπό του. Καθένας έχει τις φράσεις - κλειδιά του. Και τις κουβαλάει μέσα του, στου άπειρου τον χρόνο. Σε όση φορτίου μνήμη μπορεί ένας σελιδοδείκτης να περιέχει. Φορτίο ουδέτερο; Ή αντίθετο για να υπάρξει ισορροπία; Ή και κάποιες φορές ίδιο ώστε να επιτευχθεί της σύγκρουσης η κατάσταση; Όλα μαζί αν με ρωτάς. Όλοι μας στις βιβλιοθήκες της ζωής μας τους έχουμε. Έτσι για να μπορεί ο μικρός της ψυχής μας ιππόκαμπος, βουτώντας μέσα τους να τους κάνει στυλοβάτες, μιας αιώνιας σκέψης. Μιας αιώνιας στιγμής, σε ένα απέραντο σκοτάδι χρόνου και τόπου, που πρέπει μνημονικά να την περπατήσει. Και ξεχωριστή να είναι. Εκείνος εκεί, παραδείγματος χάρη. Εκείνος που πάντα με στοργή σε αγκαλιάζει. Που πάντα δίπλα σου είναι. Που φρόντισε τα πρώτα σου βήματα να κάνεις. Που σε ταΐσε με του στήθους του το γάλα. Εκείνος που του οφείλεις την ύπαρξη σου. Και ο άλλος. Που ταίρι του είναι. Συνήθως. Όμως που στο μυαλό σου πάντα μαζί τους βάζεις σε βιβλία τρυφερά και στοργικά. Σε φράσεις αναμνήσεις, σε αξίες και πιστεύω που πάντα σου θα κουβαλάς. Γιατί η μνήμη της ψυχής σου στου υγρού του τα νερά για πρώτη φορά κολύμπησε. Μετά έρχονται κι άλλοι στην σειρά. Μεγάλοι και σοφοί. Με γράμματα πάνω τους. Με πράξεις. Αριθμητικές. Με γεωγραφικά μήκη και πλάτη, που σου έδωσαν άλλα δεδομένα να μετρήσεις. Να υπολογίσεις. Να καταγράψεις. Που πάντα επάνω τους στήριζες εφόδια και προσανατολισμούς. Γύρω τους και τούτοι οι φιλικοί. Μικροί. Ελαστικοί. Προσαρμόσιμοι. Που αναζητούν έναν ξέγνοιαστο χαιρετισμό. Μια κοπάνα από τα περισπούδαστα. Που μαζί τους πήγες εκδρομές. Γέλασες. Τραγούδησες. Που πάντα σε βιβλία πολύχρωμα τους βάζεις για να γίνονται ένα όμορφο ταίρι. Και είναι και κείνοι οι δυνατοί, οι ερωτικοί, οι παθιασμένοι που σε σελίδες έρωτα πάντα βουτούν χωρίς δεύτερη σκέψη. Είναι εκείνοι που με μια σου ματιά δικοί σου γίνονται. Κεραυνοβόλα. Σε στιγμές χωρίς επιστροφή τους βάζεις σε βιβλία που από καρδιάς γραφτήκαν. Που λόγια αγάπης και συμβίωσης φυλλομέτρησες μέσα τους. Που με δάκρυα ίσως, αν όχι πάντα, τους έλουσες. Που όμως σίγουρα τους αγάπησες. Αυτούς πάντα με χέρια που τρέμουνε τους πιάνεις. Με μνήμες ζωής τους ταξινομείς. Σε βιβλία σιωπής. Σε βιβλία φράσεων και νοημάτων πέρα από κάθε λογική και φαντασία. Υπάρχουν κι άλλοι πολλοί. Εκείνος ο μικρός, που πάντα στου μέλλοντος την πόρτα με τα μπαλόνια του κάθεται, περιμένοντας κάποιος να του ανοίξει. Κι εκείνος ο διευθυντικός, που τόπο του έχει πάντα βιβλία λογιστικά, υπολογιστικά. Κι άλλοι, άλλοι πολλοί. Που δίνουν ο καθένας και κάτι στο διάβα-σμα του βιβλίου της ζωής τούτης. Ενίοτε και κάποιοι παίρνουν αλλά ποιος νοιάζεται. Όλοι σημαντικοί είναι. Γιατί όλοι σου δώσανε την δυνατότητα να ορίσεις σελίδες. Μνήμες. Να μην χαθείς στου ίδιου το μονοπάτι. Ξεχωριστός να φαντάζεις και συ αλλά και οι σελιδοδείκτες της κάθε σου μέρας…

[Old Books paint by Judy Gibson]

Το spacebar μιας μέρας…

Posted in unwritten life... on 19 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Κοιτάζω το ρολόι. Έτσι κι αλλιώς κοντά μου είναι, δεν χρειάζεται οπότε μεγάλη διαδρομή τα μάτια να κάνουν. 9 και μισή. Οι σκέψεις όταν ξανακατεβάζω το κεφάλι έχουν ήδη απομακρυνθεί. Που να πηγαίνουν άραγε; Σε κοιτώ. Όσο μπορείς να κοιτάξεις κάτι που το μάτι έχει λάβει σαν δεδομένο. Σαν από πάντα εκεί. Σαν να θέλω να μου μιλήσεις. Κάτι εξωφρενικό να μου πεις. Σιωπή. 10 και μισή. Πέρασε πάλι ένας αιώνας με τόσα δευτερόλεπτα χωμένα μέσα του. Κοιτιόμαστε ξανά. Αδιευκρίνιστες κινήσεις απ’ το παράθυρο μου αποσπούν την προσοχή. Σαν να τρέχω κι εγώ σε ένα δρόμο τραχείας εκκωφαντικής κυκλοφορίας. Όχι ότι τούτο είναι δεδομένο. Αλλά και πάλι είναι. Φωνές περαστικών πουλιών με καθησυχάζουν ότι η σιωπή έρχεται και πάλι σε λίγο. Την φέρνει απλά ένα σύννεφο που στα φανάρια προφανώς καθυστέρησε. Τίποτα το εξωφρενικό θα μου πεις. Συμφωνώ. 11 και μισή. Κάτι με ενοχλεί στο πίσω μέρος του λαιμού. Χτύποι καρδιάς θα είναι που την έξοδο κινδύνου μάλλον ψάχνουν. Μπορεί ίσως και κάποιος βήχας αμηχανίας που σκέφτηκε κρυφτό να παίξει. Τα χέρια έχουν καρφωθεί πάνω σου. Σε περιμένουν. Να τα πάρεις και να τα οδηγήσεις. Σε κατηφόρες ή ανηφόρες αδιάφορο. Απλά να τα πάρεις από εδώ. 12 και μισή. Η διαδρομή ανάμεσα μας πια, έγινε βαριά. Νυσταγμένη. Οι λέξεις βάλανε το νυχτικό τους και πήγαν τα δόντια τους να πλύνουν. Καθαρές πάντα οι άτιμες. Χωρίς κανένα φιλί καληνύχτας με αποφύγανε. Και μείναμε οι δυο μας. Και οι δυο μας πια τι να πούμε; Τι έμεινε; Λες να μας λυπηθεί το ρολόι και να κατέβει να μας κάνει παρέα; Ίσως στα κενά των χτύπων του την αλήθεια βρούμε. Γιατί όπως κι αν το κάνουμε αυτή σιωπηλή δεν μπορεί να είναι. Δεν γίνεται. 1 και μισή. Σε πατάω πια με μανία. Γλιστράω πάνω σου. Αφήνομαι. Εσύ το μόνο που μου δίνεις είναι έναν μονοδιάστατο ήχο. Εγώ αυτό που σου δίνω είναι μια μονοδιάστατη ύπαρξη. Και το μόνο που σκέφτομαι να σου πω είναι ότι ‘Ένα κενό πάντα πρέπει να το αφήνεις. Ανάμεσα σε λέξεις. Σε νοήματα. Σε ζωές. Όσο κι αν σ’ έχει λιώσει πάντα την δουλειά του θα την κάνει. Θα σου δώσει αυτό που ζητάς για να τακτοποιήσεις λογικά την σκέψη σου. Ακόμη κι όταν αυτή παράλογη είναι…’ 2 και μισή. Περιμένω ακόμη αν συμφωνείς να δω. Κίνηση καμιά όμως. Βυθίζομαι σε ποτήρια καθαρό ποτό. Ακούω τριξίματα από πατώματα. Το ρολόι τελικά δεν κατέβηκε. Οι λέξεις κοιμούνται. Μόνο εμείς οι δυο άγρυπνοι περιμένουμε ο ένας του άλλου την κίνηση. Για στάσου όμως, εγώ την δική μου την έκανα. Εσύ; Μήπως και δεν την πρόσεξα; Γιατί όταν κάτι δεδομένο θεωρείς ίσως και πολύ σημασία δεν του δίνεις. Κοιτώ. Όχι. Κίνηση καμιά. Εκεί στέκεις περήφανο. Ας είναι λοιπόν. Άλλο ‘και μισή’ δεν αντέχω. Σε αποχαιρετώ. Κλείνω και φεύγω. Θα ορκιζόμουν όμως ότι στου κλεισίματος τον ήχο, εκεί χωμένο ενδιάμεσα σε κύματα ένα ‘Θα είμαι πάντα εδώ…’ μπορεί και ν’ άκουσα αλλά μάλλον με τον χτύπο του ρολογιού θα μπερδεύτηκα που φώναζε 3 και μισή…

Γαμημένη Μνήμη…

Posted in through my heart..., unwritten life... on 18 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Τ’ όνειρο μιας στιγμής…

Posted in unwritten life... on 17 Ιούνιος, 2008 by Βασιλική

Χέρια γωνίες ορθές στηρίγματα ενός ραφιού αναμνήσεων παλιών που σε μάτια κατεβασμένα σαν ρολά μεσημεριού καυτού αποκαλύπτονται, κάνοντας κάποια απ’ τα δάχτυλα εμπλεκόμενα να γίνουν σε έναν χορό σιωπής όταν κατεβαίνουν σιγά σιγά σε πόδια ακουμπισμένα σε δροσερά πλακάκια, βουτηγμένα θαρρείς μέσα σε μια λίμνη από ανάσες που έχει για βράχια μαλλιά δεμένα ψηλά σαν αετοφωλιά και αγκαλιάζουν ρούχα πρόχειρα βαλμένα και ατάκτως ριγμένα σ’ ένα κορμί που πνιγεί και αυτό όλους του τους ήχους.
Όλα μαζί αυτή. Σε στιγμές μόνες. Μόνη.
Ονειρεύεται ότι ρινίσματα φυσά για να ιριδίσει η υγρασία και ουράνια τόξα να της χαρίσει παίζοντας με του αέρα τα χάδια που όταν τα αφήνει να την κυνηγούν όμως, πάντα θα τους κρύβεται όπως κάνει μερικές φορές και από τους φόβους της, αφού ξέρει ότι μετά από καιρό θα μείνει λυπημένη να κάθεται στης γωνιάς της το μαξιλάρι και να μετράει αυτές τις σταγόνες ευτυχίας, που πέφτοντας απ’ τα ράφια χάρισμα της γίνανε, αφού τούτη την υγρασία που από παιδί μαζί της κουβαλάει κι όταν μερικές φορές έχοντας κουραστεί θέλει να ξαποστάσει, σε δάκρυα την μετατρέπει μόνο και έτσι ποτίζει το χώμα που μέσα της έχει απλώσει…

[Woman Sitting on a Quilt paint by Helen J. Vaughn]