
Κυλάω σε δρόμους βρώμικους. Σκαρφαλώνω σε ταράτσες απότιστες κι ας βρέχει. Συνωστίζομαι ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν έχουν σκέψεις στα μάτια τους, υπάρχουν όμως. Υπάρχουν μέσα από τις προσφορές της κάθε επώνυμης βιτρίνας. Ζουν σε ‘μισή τιμή’. Κινούνται μέσα σε λόγια χωρίς βάρος. Κι όταν χάνομαι στο καθημερινό σκοτάδι μιας ακόμη μέρας, στο χέρι μόνο ένα εισιτήριο μένει.
Πέθανα μέσα σε κάποιο λεωφορείο για να γλιτώσω το εισιτήριο…
[Τάσος Λειβαδίτης]
Διαδρομής εκτυφλωτικής όπως και τα χιλιάδες φωτάκια. Σε σχήματα που εγώ δεν μπορώ πια να γίνω. Δεν μπορώ να γίνω δεντράκι. [στολίστηκε πριν χρόνια και έμεινε εκεί που πάντα ήθελε, στο σαλόνι του ανωγείου, στο κέντρο της καρδιάς] Δεν μπορώ να γίνω χιόνι. [πάγωσε η ψύχη σε σχήμα που πολυγωνικό δεν είναι σε τούτα τα χρόνια που ζει, μπορεί να την δεις απλά μονοδιάστατα, σημείο καιρών] Δεν μπορώ να γίνω κουλουράκι. [χέρι παιδικό δεν υπάρχει να το πιάσει και να το κάνει προσευχή σ’ ένα Θεό] Δεν μπορώ να γίνω το άλλο σου μισό. [χάθηκα σ’ ένα δάκρυ που άφησες να κυλήσει] Δεν μπορώ να γίνω ό,τι θα ήθελες τελικά… [οι μέρες των γιορτών εύχομαι να σε γεμίσουν με ό,τι εγώ δεν κατάφερα να γίνω ή να σου δώσω…]
[Photo found in deviantart.com]










Επι-Σκέψεις…