Επι-Στρεφόμενες σκέψεις…

Στοίβαξα τα χέρια μου και σήμερα. Τα έκλεισα σε ντοσιέ. Έβαλα τα μάτια μου να παρακολουθήσουν ακόμη μια μέρα. Κινήθηκα μεθοδικά. Χωρίς καθυστερήσεις. Εντός προθεσμιών. Ούτε μια φορά δεν κοίταξα πίσω. Σκούπισα από μέσα μου κάθε τι που θα μπορούσε να με αγγίξει. Πήρα ότι πιο πολύχρωμο μελάνι υπήρχε διαθέσιμο και υπογράμμισα κάθε αριθμό, σωστά, μετρημένα, επαναληπτικά. Έφερνα στα χείλη μου την κούπα με τον καφέ δυναμικά, λες και θα μετρούσε και αυτή ακόμη η κίνηση. Δεν βγήκα έξω απ’ τα περιθώρια μου, ούτε μια στιγμή. Όλα στου χρόνου τα λεπτά τοποθετημένα, αρχειοθετημένα. Ξεσκόνισα ακόμη και τούτο το μικρό φυτό που δίπλα μου ζει. Το πότισα επιμελώς. Του ψιθύρισα και μια δυο λέξεις της προκοπής. Άνοιξα ότι παράθυρο έπρεπε, για να δηλώσω την παρουσία μου. Άψογη. Αψεγάδιαστη. Ακούραστη. Άντλησα κάθε μου σκέψη εντός. Καμιά εκτός. Επανέφερα ότι δεδομένα ήταν στα πρόθυρα να απολεσθούν. Μάζεψα λόγια καθημερινά και τα έκανα τόσο άηχα που ήταν σαν να μην ειπωθήκαν ποτέ. Στα βλέφαρα μου έριξα την ηρεμία σαν μαντήλι σ’ ένα λαιμό βραχνιασμένο. Κατάφερα να ενσωματωθώ σε ό,τι καθημερινότητα, μάθαμε να λέμε…
[…]
Είχες πάλι αυτή την ηρεμία στο πρόσωπο σου. Ένιωθα όμως ότι μέσα σου κάτι δεν πήγαινε καλά. Προσωπείο για κάθε ανεπιθύμητο. Αυτό πίστευα. Μια φορά που έκανα το λάθος να στο πω, με κοίταξες, είπες ψυχρά ένα ‘Δεν το νομίζω και επιπλέον δεν πιστεύω ότι σε αφορά…’ και απομακρύνθηκες γρήγορα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου συστήθηκες ήταν σαν να είχα μπροστά μου κάτι παγωμένο. Ή πληγωμένο. Δεν ξέρω. Όσο σε κοιτούσα όμως μου έδινες την αίσθηση ότι μόλις είχες σκουπίσει ένα δάκρυ. Ποτέ δεν το είδα. Απλά αισθανόμουν ότι από πάντα ήταν εκεί. Μαζί σου. Τυπικά παγερή ακόμη και με τις άλλες κοπέλες του τμήματος σου. Ή τυπικά πληγωμένη, όταν μέσα στην αλλοφροσύνη της κάθε μέρας, κρυβόσουν πίσω από κάθε σου μελετημένη λέξη. Μελετημένη και μετρημένη. Ο Δημήτρης απ’ το διπλανό γραφείο με είχε πιάσει μια δυο φορές να σε κοιτώ. ‘Αδιέξοδο…’ μου είπε και μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. Δεν ήταν ότι δεν τον πίστευα, ήταν ότι δεν το ήθελα. Ήταν και που ήθελα να σου μιλήσω. Ήταν και που πάντα απέφευγες πάσης φύσεως συζητήσεις πέραν των τυπικών. Ήταν όμως και κείνο το δάκρυ, το αφανέρωτο…

Πόσες σκέψεις μπορούν άραγε να στοιβάζονται στο κενό ανάμεσα σε δυο ανθρώπους; Λες να μπορούν να κλείσουν κάποια στιγμή τον κύκλο; Να τον κάνουν σημείο, που ίσως σημείο συνάντησης γι’ αυτούς να γίνει; Ή απλά θα μεγαλώνουν την απόσταση μεταξύ τους;


[Tell Him by Barbra Streisand and Céline Dion]

[Photo found in deviantart.com]

Συν-Εκδοχή…

Μπλέκομαι στο κουβάρι μου. Αφήνομαι στις εμμονές μου. Κόβομαι στην λεπίδα των αναμνήσεων μου. Βυθίζομαι στην λίμνη των ματιών μου. Πνίγομαι από τις ένοχες σκέψεις μου. Καταγράφομαι απ’ τα χιλιόμετρα της ζωής μου. Στέκομαι στα σημάδια του προσώπου μου. Αφιερώνομαι σ’ ένα τάμα που λέχθηκε πιθανόν, κάπου στο μετά. Κι όλα αυτά, αν είναι ποτέ δυνατόν, σε μια στιγμή υπάρχουν στην ανάσα σου. Βγαίνω από μέσα σου, κοιτώντας μην σε χτυπήσω. Βλέπω το φως της μέρας και θέλω να το σβήσω. Να χαθώ και πάλι σε κάποια γωνιά σου. Το σύνηθες είναι που πονά; Ή το απροσδιόριστο;

[Photo found in deviantart.com]

Ένας διάδρομος από χαρτί…

Με εκείνο το μετάξι των ματιών σου με τύλιξες θαρρείς και δική σου από πάντα ήμουνα. Δεν λογάριασες καθόλου τις λέξεις και τις σιωπές. Θα έβαζες όμως το χέρι στην φωτιά γνωρίζοντας ότι θα καείς; Θα το έκανες άραγε αλόγιστα;

Και πάλι απάντηση δεν έχω. Θα την φοβούμουν άλλωστε ίσως ακόμη περισσότερο και απ’ την άγνοια. Δεν θα έπρεπε. Δεν θα ήταν δίκαιο. Και είναι τόσο πολύ εύθραυστα ζυγισμένη κι αυτή η άτιμη η δικαιοσύνη. Θέλει σωστά ζύγια. Που να τα βρεις, όμως, δεν μας είπαν. Δεν μας έμαθαν. Τόση ταλαιπωρία για μια τόση δα μικρή ισορροπία; Που ελπίζεις να αξίζει. Που πιστεύεις ότι θα σου αξίζει.
Πάλι το έκανα; Πάλι άλλα σου λέω; Συνήθεια ζωής μισής. Σκέψεις σκαλοπάτια. Χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο μέση.

Κάηκες τελικά; Τα σημάδια που τα έκρυψες; Που βρήκες τόσο χώρο; Τόση θέληση; Ψάχνω να τα βρω αλλά μάταια. Λες και δεν υπήρχαν ποτέ. Γύρισες και τα έσβησες; Γύρισα εκεί που δεν υπήρχαν; Ποιος μπορεί να ορίσει ένα τώρα που δεν επιθυμεί;

Και τόσες ερωτήσεις πώς να ‘χουν όλες απαντήσεις; Με μια δυο μας σπρώχνουν στης ζωής τον διάδρομο. Μας λένε ‘Κοίτα να μάθεις…’. Δεν μας λένε όμως το γιατί. Το πώς. Το που. Μαθαίνεις και μετά τι; Γνωρίζεις; Πως; Αφού στα ίδια λάθη πέφτεις, απλά με άλλα μάτια τα κοιτάς και λες ότι κάτι άλλο ήταν. Το ίδιο είναι. Το ίδιο το βλέπω. Ίσως να έμαθα και το μοναδικό να κοιτώ. Ίσως. Όλα όμως μονα-δικά μας πως φτάνουν να είναι; Το διαφορετικό για ταξίδι έφυγε; Μετακόμισε; Θα γυρίσει;
Που πήγε πάλι το μυαλό μου. Πάλι το έκανα; Πάλι άλλα σου λέω; Ποιος μου έμπηξε αυτήν την συνήθεια μιας ζωής μισής; Ποιος;

Σταμάτα να με κοιτάς…

[...]

Την κοιτούσα σκυμμένη να γράφει, με την πλάτη της ακουμπισμένη στο μεγάλο παράθυρο του διαδρόμου. Αυτό έκανε πάντα στο διάλλειμα της. Μετά έσκιζε, σε μικρά κομματάκια, το χαρτί και τα πετούσε. Περνώντας σήμερα και πάλι από μπροστά της, έκανα να της απλώσω το χέρι, αλλά το μετάνιωσα. Δείλιασα καλυτέρα. Βλέπεις, θα έπρεπε κάτι να της πω για να με λυτρώσω. Λέξεις όμως δεν είχα στο πορτοφόλι του μυαλού. Έτσι φτωχός και σήμερα ακολούθησα τον διάδρομο έως το τέλος του. Έως εδώ που κι εσύ διάβασες…


[When you love someone by Bryan Adams]

[Photo found in deviantart.com]

Βήματα καθάρια…

Βαδίζω σε βήματα ζωγραφισμένα στο πάτωμα. Πατημασιές προγενέστερες όταν η απώλεια δεν ήτανε παρούσα. Τις ξαναπατώ από συνήθεια. Χωρίς να σκέφτομαι που με πάνε. Άλλωστε στα λίγα τετραγωνικά της ψυχής μου πόσες να είναι πια οι επιλογές τους; Έτσι τις εμπιστεύομαι χωρίς να κρίνω ακόμα και αυτό το ‘γιατί’, πια. Κινήσεις λοιπόν, μηχανικές και συρτές. Εικόνες κοφτές. Με ξεπροβοδίζουνε το πρωί. Με καθίζουνε στο μικρό καναπεδάκι, αποκαμωμένη, το μεσημέρι. Με σέρνουνε μέχρι της κουζίνας τα ντουλάπια. Με φέρνουνε πρόσωπο με πρόσωπο με του υπολογιστή την οθόνη. Με κυλάνε όμως και μέχρι του μπάνιου τα πλακάκια σαν να θέλουν πια να με παραδώσουν, κουρασμένα κι αυτά.

‘Ν’ ακούς των νερών την ετυμηγορία, χωρίς έφεση.’

Το νερό. Είναι το μόνο που με λυτρώνει. Παρατάω γι’ αυτό κάθε προηγούμενο μου βήμα και τρέχω, χώνομαι, κουρνιάζω μέσα του. Κάνω τα χέρια μου αγκαλιά, μην τυχόν και χαθεί καμιά του σταγόνα χωρίς στο σώμα μου να πέσει. Δεν θέλω η πτώση του να είναι ελεύθερη, παρακινδυνευμένη. Φτιάχνω διόδια το κορμί με μοναδικό τους εισιτήριο το δέρμα. Από ‘κει ταγμένο να περάσει όλο. Και όταν στο στόμα σαν σφυγμός, με χτυπάει η ένωση του Θεού, μου χαράζεται στον λαιμό μια ανάσα αιθέριου οξυγόνου. Ανάσα που μέχρι μέσα στο μυαλό μου σκορπίζεται και με λυτρώνει. Παρασύρει κάθε σκέψη. Κάθε απορία. Κάθε αμφιβολία. Κάθε πίεση. Τα νεύρα μου υποτάσσονται χωρίς καμιά αντίσταση. Μπαίνουν νωχελικά στην θέση τους και με αναδομούν. Ορίζομαι μ’ ένα πιο στητό περίγραμμα που μου προσδίδει ένα άλλο, από τούτο της ασημαντότητας, ύφος. Κι όταν κυλήσει και η τελευταία σταγόνα του από πάνω μου, νιώθω πια στα βήματα μου, την λύτρωση της υποταγής. Την ηρεμία της ζωής. Το χάδι του Θεού…

Η φράση στο κέντρο του κειμένου ανήκει στον Μανόλη Πρατικάκη και είναι από την ποιητική του συλλογή ‘Το νερό’ Εκδόσεις Μεταίχμιο

[Photo found in deviantart.com]

Τόσα κι άλλα τόσα ερωτηματικά…

Κρεμασμένο φως μιας ζωής σκοτεινής ήλπιζες ότι θα είναι τούτη η μέρα. Πίστεψες ότι επιλογή είχες να ανοίγεις και να κλείνεις τον διακόπτη της; Τι λες; Έτσι είναι; Στα πόσα κλικ τελικά όμως έχασες τούτη σου την πίστη;
Όσους διακόπτες κι αν γεμίσεις το μυαλό σου, πάντα η ροή ρεύματος αποφασισμένη εκ των προτέρων θα είναι. Κι όσο κι αν εσύ τους πατάς, τόσο θα έρχονται στιγμές που προδομένη θα κάθεσαι απέναντι τους, να τους κοιτάς.

Κλικ.
Ανοίγεις το φως για να δεις πως το πρόσωπο σου γαντζώθηκε στου ύπνου την αγκαλιά. Το πλένεις απαλά σαν μεταξωτή εσάρπα που δώρο κάποτε σου δόθηκε. Το σκουπίζεις και αφτιασίδωτο το αφήνεις να χαθεί στην βουή μιας ακόμη μέρας.
Κλικ.
Κλείνεις το φως ξεχνώντας ό,τι εντολές και σήμερα πάνω σου καρφίτσωσαν σαν σημειώσεις οι προϊστάμενοι. Ο χρόνος έφτασε εκεί που έπρεπε για να απομακρυνθείς απ’ του υπολογιστή σου την οθόνη. Κοφτά κι αν σε κοιτάζει, σκοτεινή τώρα, ξες ότι αύριο και πάλι τα λιβάδια της θα παρατηρείς.
Κλικ.
Ανοίγεις το μικρό λαμπατέρ που σε μια στιγμή τρέλας αγόρασες για να στολίσεις αυτή την σκοτεινή γωνιά του δωματίου. Έξω απ’ την αισθητική σου, είναι εκεί φοβίζοντας σε, όπως όταν κάποιος άγνωστος σε παρατηρεί. Τι κι αν το φως του σε γέμισε αρκετές φορές με σκιές. Τι κι αν το σκοτάδι του σου φώτισε κάποιες σου μισές στιγμές.

Πόσα κλικ σου τελικά δεν μου είπες; Πόσα κλικ δικά μου δεν πρόλαβα να σου πω; Πόσα δάχτυλα να χρειάζεται τελικά μια ζωή για να αναβοσβήνει; Πόσα φώτα να θέλει πάνω της για να υπάρξει; Πόσα σκοτάδια να πρέπει να αναζητήσει για να κρυφτεί; Πόσες φορές εκεί στο μεταξύ λες να σε βρίσκω;

[Between Light and Dark paint by Marjolijn Van Ginkel]

Επι-Κοινωνία…

Πληκτρολόγηση αριθμών με κόστος ακόμη και την πιθανή απώλεια κάθε σήματος μνήμης. Σφηνωμένη ακοή σ’ ένα κύμα απόστασης πληρωτέο επί τη εμφανίσει. Φραγή εισερχομένων αναπνοών. Κι ανάμεσα σ’ αυτά, ζωές…

[Photo found in deviantart.com]