Αρχείο για την κατηγορία 'idle wish...'

03
Νοε
08

Επι-Στρεφόμενες σκέψεις…

Στοίβαξα τα χέρια μου και σήμερα. Τα έκλεισα σε ντοσιέ. Έβαλα τα μάτια μου να παρακολουθήσουν ακόμη μια μέρα. Κινήθηκα μεθοδικά. Χωρίς καθυστερήσεις. Εντός προθεσμιών. Ούτε μια φορά δεν κοίταξα πίσω. Σκούπισα από μέσα μου κάθε τι που θα μπορούσε να με αγγίξει. Πήρα ότι πιο πολύχρωμο μελάνι υπήρχε διαθέσιμο και υπογράμμισα κάθε αριθμό, σωστά, μετρημένα, επαναληπτικά. Έφερνα στα χείλη μου την κούπα με τον καφέ δυναμικά, λες και θα μετρούσε και αυτή ακόμη η κίνηση. Δεν βγήκα έξω απ’ τα περιθώρια μου, ούτε μια στιγμή. Όλα στου χρόνου τα λεπτά τοποθετημένα, αρχειοθετημένα. Ξεσκόνισα ακόμη και τούτο το μικρό φυτό που δίπλα μου ζει. Το πότισα επιμελώς. Του ψιθύρισα και μια δυο λέξεις της προκοπής. Άνοιξα ότι παράθυρο έπρεπε, για να δηλώσω την παρουσία μου. Άψογη. Αψεγάδιαστη. Ακούραστη. Άντλησα κάθε μου σκέψη εντός. Καμιά εκτός. Επανέφερα ότι δεδομένα ήταν στα πρόθυρα να απολεσθούν. Μάζεψα λόγια καθημερινά και τα έκανα τόσο άηχα που ήταν σαν να μην ειπωθήκαν ποτέ. Στα βλέφαρα μου έριξα την ηρεμία σαν μαντήλι σ’ ένα λαιμό βραχνιασμένο. Κατάφερα να ενσωματωθώ σε ό,τι καθημερινότητα, μάθαμε να λέμε…
[…]
Είχες πάλι αυτή την ηρεμία στο πρόσωπο σου. Ένιωθα όμως ότι μέσα σου κάτι δεν πήγαινε καλά. Προσωπείο για κάθε ανεπιθύμητο. Αυτό πίστευα. Μια φορά που έκανα το λάθος να στο πω, με κοίταξες, είπες ψυχρά ένα ‘Δεν το νομίζω και επιπλέον δεν πιστεύω ότι σε αφορά…’ και απομακρύνθηκες γρήγορα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου συστήθηκες ήταν σαν να είχα μπροστά μου κάτι παγωμένο. Ή πληγωμένο. Δεν ξέρω. Όσο σε κοιτούσα όμως μου έδινες την αίσθηση ότι μόλις είχες σκουπίσει ένα δάκρυ. Ποτέ δεν το είδα. Απλά αισθανόμουν ότι από πάντα ήταν εκεί. Μαζί σου. Τυπικά παγερή ακόμη και με τις άλλες κοπέλες του τμήματος σου. Ή τυπικά πληγωμένη, όταν μέσα στην αλλοφροσύνη της κάθε μέρας, κρυβόσουν πίσω από κάθε σου μελετημένη λέξη. Μελετημένη και μετρημένη. Ο Δημήτρης απ’ το διπλανό γραφείο με είχε πιάσει μια δυο φορές να σε κοιτώ. ‘Αδιέξοδο…’ μου είπε και μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. Δεν ήταν ότι δεν τον πίστευα, ήταν ότι δεν το ήθελα. Ήταν και που ήθελα να σου μιλήσω. Ήταν και που πάντα απέφευγες πάσης φύσεως συζητήσεις πέραν των τυπικών. Ήταν όμως και κείνο το δάκρυ, το αφανέρωτο…

Πόσες σκέψεις μπορούν άραγε να στοιβάζονται στο κενό ανάμεσα σε δυο ανθρώπους; Λες να μπορούν να κλείσουν κάποια στιγμή τον κύκλο; Να τον κάνουν σημείο, που ίσως σημείο συνάντησης γι’ αυτούς να γίνει; Ή απλά θα μεγαλώνουν την απόσταση μεταξύ τους;

[Tell Him by Barbra Streisand and Céline Dion]

[Photo found in deviantart.com]

20
Οκτ
08

Συν-Εκδοχή…

Μπλέκομαι στο κουβάρι μου. Αφήνομαι στις εμμονές μου. Κόβομαι στην λεπίδα των αναμνήσεων μου. Βυθίζομαι στην λίμνη των ματιών μου. Πνίγομαι από τις ένοχες σκέψεις μου. Καταγράφομαι απ’ τα χιλιόμετρα της ζωής μου. Στέκομαι στα σημάδια του προσώπου μου. Αφιερώνομαι σ’ ένα τάμα που λέχθηκε πιθανόν, κάπου στο μετά. Κι όλα αυτά, αν είναι ποτέ δυνατόν, σε μια στιγμή υπάρχουν στην ανάσα σου. Βγαίνω από μέσα σου, κοιτώντας μην σε χτυπήσω. Βλέπω το φως της μέρας και θέλω να το σβήσω. Να χαθώ και πάλι σε κάποια γωνιά σου. Το σύνηθες είναι που πονά; Ή το απροσδιόριστο;

[Photo found in deviantart.com]

22
Σεπ
08

Ένας διάδρομος από χαρτί…

Με εκείνο το μετάξι των ματιών σου με τύλιξες θαρρείς και δική σου από πάντα ήμουνα. Δεν λογάριασες καθόλου τις λέξεις και τις σιωπές. Θα έβαζες όμως το χέρι στην φωτιά γνωρίζοντας ότι θα καείς; Θα το έκανες άραγε αλόγιστα;

Και πάλι απάντηση δεν έχω. Θα την φοβούμουν άλλωστε ίσως ακόμη περισσότερο και απ’ την άγνοια. Δεν θα έπρεπε. Δεν θα ήταν δίκαιο. Και είναι τόσο πολύ εύθραυστα ζυγισμένη κι αυτή η άτιμη η δικαιοσύνη. Θέλει σωστά ζύγια. Που να τα βρεις, όμως, δεν μας είπαν. Δεν μας έμαθαν. Τόση ταλαιπωρία για μια τόση δα μικρή ισορροπία; Που ελπίζεις να αξίζει. Που πιστεύεις ότι θα σου αξίζει.
Πάλι το έκανα; Πάλι άλλα σου λέω; Συνήθεια ζωής μισής. Σκέψεις σκαλοπάτια. Χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο μέση.

Κάηκες τελικά; Τα σημάδια που τα έκρυψες; Που βρήκες τόσο χώρο; Τόση θέληση; Ψάχνω να τα βρω αλλά μάταια. Λες και δεν υπήρχαν ποτέ. Γύρισες και τα έσβησες; Γύρισα εκεί που δεν υπήρχαν; Ποιος μπορεί να ορίσει ένα τώρα που δεν επιθυμεί;

Και τόσες ερωτήσεις πώς να ‘χουν όλες απαντήσεις; Με μια δυο μας σπρώχνουν στης ζωής τον διάδρομο. Μας λένε ‘Κοίτα να μάθεις…’. Δεν μας λένε όμως το γιατί. Το πώς. Το που. Μαθαίνεις και μετά τι; Γνωρίζεις; Πως; Αφού στα ίδια λάθη πέφτεις, απλά με άλλα μάτια τα κοιτάς και λες ότι κάτι άλλο ήταν. Το ίδιο είναι. Το ίδιο το βλέπω. Ίσως να έμαθα και το μοναδικό να κοιτώ. Ίσως. Όλα όμως μονα-δικά μας πως φτάνουν να είναι; Το διαφορετικό για ταξίδι έφυγε; Μετακόμισε; Θα γυρίσει;
Που πήγε πάλι το μυαλό μου. Πάλι το έκανα; Πάλι άλλα σου λέω; Ποιος μου έμπηξε αυτήν την συνήθεια μιας ζωής μισής; Ποιος;

Σταμάτα να με κοιτάς…

[...]

Την κοιτούσα σκυμμένη να γράφει, με την πλάτη της ακουμπισμένη στο μεγάλο παράθυρο του διαδρόμου. Αυτό έκανε πάντα στο διάλλειμα της. Μετά έσκιζε, σε μικρά κομματάκια, το χαρτί και τα πετούσε. Περνώντας σήμερα και πάλι από μπροστά της, έκανα να της απλώσω το χέρι, αλλά το μετάνιωσα. Δείλιασα καλυτέρα. Βλέπεις, θα έπρεπε κάτι να της πω για να με λυτρώσω. Λέξεις όμως δεν είχα στο πορτοφόλι του μυαλού. Έτσι φτωχός και σήμερα ακολούθησα τον διάδρομο έως το τέλος του. Έως εδώ που κι εσύ διάβασες…

[When you love someone by Bryan Adams]

[Photo found in deviantart.com]

18
Σεπ
08

Βήματα καθάρια…

Βαδίζω σε βήματα ζωγραφισμένα στο πάτωμα. Πατημασιές προγενέστερες όταν η απώλεια δεν ήτανε παρούσα. Τις ξαναπατώ από συνήθεια. Χωρίς να σκέφτομαι που με πάνε. Άλλωστε στα λίγα τετραγωνικά της ψυχής μου πόσες να είναι πια οι επιλογές τους; Έτσι τις εμπιστεύομαι χωρίς να κρίνω ακόμα και αυτό το ‘γιατί’, πια. Κινήσεις λοιπόν, μηχανικές και συρτές. Εικόνες κοφτές. Με ξεπροβοδίζουνε το πρωί. Με καθίζουνε στο μικρό καναπεδάκι, αποκαμωμένη, το μεσημέρι. Με σέρνουνε μέχρι της κουζίνας τα ντουλάπια. Με φέρνουνε πρόσωπο με πρόσωπο με του υπολογιστή την οθόνη. Με κυλάνε όμως και μέχρι του μπάνιου τα πλακάκια σαν να θέλουν πια να με παραδώσουν, κουρασμένα κι αυτά.

‘Ν’ ακούς των νερών την ετυμηγορία, χωρίς έφεση.’

Το νερό. Είναι το μόνο που με λυτρώνει. Παρατάω γι’ αυτό κάθε προηγούμενο μου βήμα και τρέχω, χώνομαι, κουρνιάζω μέσα του. Κάνω τα χέρια μου αγκαλιά, μην τυχόν και χαθεί καμιά του σταγόνα χωρίς στο σώμα μου να πέσει. Δεν θέλω η πτώση του να είναι ελεύθερη, παρακινδυνευμένη. Φτιάχνω διόδια το κορμί με μοναδικό τους εισιτήριο το δέρμα. Από ‘κει ταγμένο να περάσει όλο. Και όταν στο στόμα σαν σφυγμός, με χτυπάει η ένωση του Θεού, μου χαράζεται στον λαιμό μια ανάσα αιθέριου οξυγόνου. Ανάσα που μέχρι μέσα στο μυαλό μου σκορπίζεται και με λυτρώνει. Παρασύρει κάθε σκέψη. Κάθε απορία. Κάθε αμφιβολία. Κάθε πίεση. Τα νεύρα μου υποτάσσονται χωρίς καμιά αντίσταση. Μπαίνουν νωχελικά στην θέση τους και με αναδομούν. Ορίζομαι μ’ ένα πιο στητό περίγραμμα που μου προσδίδει ένα άλλο, από τούτο της ασημαντότητας, ύφος. Κι όταν κυλήσει και η τελευταία σταγόνα του από πάνω μου, νιώθω πια στα βήματα μου, την λύτρωση της υποταγής. Την ηρεμία της ζωής. Το χάδι του Θεού…

Η φράση στο κέντρο του κειμένου ανήκει στον Μανόλη Πρατικάκη και είναι από την ποιητική του συλλογή ‘Το νερό’ Εκδόσεις Μεταίχμιο

[Photo found in deviantart.com]

15
Σεπ
08

Τόσα κι άλλα τόσα ερωτηματικά…

Κρεμασμένο φως μιας ζωής σκοτεινής ήλπιζες ότι θα είναι τούτη η μέρα. Πίστεψες ότι επιλογή είχες να ανοίγεις και να κλείνεις τον διακόπτη της; Τι λες; Έτσι είναι; Στα πόσα κλικ τελικά όμως έχασες τούτη σου την πίστη;
Όσους διακόπτες κι αν γεμίσεις το μυαλό σου, πάντα η ροή ρεύματος αποφασισμένη εκ των προτέρων θα είναι. Κι όσο κι αν εσύ τους πατάς, τόσο θα έρχονται στιγμές που προδομένη θα κάθεσαι απέναντι τους, να τους κοιτάς.

Κλικ.
Ανοίγεις το φως για να δεις πως το πρόσωπο σου γαντζώθηκε στου ύπνου την αγκαλιά. Το πλένεις απαλά σαν μεταξωτή εσάρπα που δώρο κάποτε σου δόθηκε. Το σκουπίζεις και αφτιασίδωτο το αφήνεις να χαθεί στην βουή μιας ακόμη μέρας.
Κλικ.
Κλείνεις το φως ξεχνώντας ό,τι εντολές και σήμερα πάνω σου καρφίτσωσαν σαν σημειώσεις οι προϊστάμενοι. Ο χρόνος έφτασε εκεί που έπρεπε για να απομακρυνθείς απ’ του υπολογιστή σου την οθόνη. Κοφτά κι αν σε κοιτάζει, σκοτεινή τώρα, ξες ότι αύριο και πάλι τα λιβάδια της θα παρατηρείς.
Κλικ.
Ανοίγεις το μικρό λαμπατέρ που σε μια στιγμή τρέλας αγόρασες για να στολίσεις αυτή την σκοτεινή γωνιά του δωματίου. Έξω απ’ την αισθητική σου, είναι εκεί φοβίζοντας σε, όπως όταν κάποιος άγνωστος σε παρατηρεί. Τι κι αν το φως του σε γέμισε αρκετές φορές με σκιές. Τι κι αν το σκοτάδι του σου φώτισε κάποιες σου μισές στιγμές.

Πόσα κλικ σου τελικά δεν μου είπες; Πόσα κλικ δικά μου δεν πρόλαβα να σου πω; Πόσα δάχτυλα να χρειάζεται τελικά μια ζωή για να αναβοσβήνει; Πόσα φώτα να θέλει πάνω της για να υπάρξει; Πόσα σκοτάδια να πρέπει να αναζητήσει για να κρυφτεί; Πόσες φορές εκεί στο μεταξύ λες να σε βρίσκω;

[Between Light and Dark paint by Marjolijn Van Ginkel]

12
Σεπ
08

Επι-Κοινωνία…

Πληκτρολόγηση αριθμών με κόστος ακόμη και την πιθανή απώλεια κάθε σήματος μνήμης. Σφηνωμένη ακοή σ’ ένα κύμα απόστασης πληρωτέο επί τη εμφανίσει. Φραγή εισερχομένων αναπνοών. Κι ανάμεσα σ’ αυτά, ζωές…

[Photo found in deviantart.com]

07
Σεπ
08

Τι τίτλο να βάλεις σε μια ζωή;

Ήταν μια ακόμη από κείνες τις παράξενες μέρες. Απ’ τις μέρες τις μετρημένες σε λεπτά. Σε κτύπους. Κύλησε αργά πάνω μου, τώρα που το σκέφτομαι. Δεν έφτασε όμως ούτε καν μέχρι τα χέρια μου. Κάπου στους ώμους μου, φράκαρε. Μ’ έπνιγε όπως η υγρασία. Ήθελα να ξεφύγω κοιτώντας συνέχεια το ρολόι. Κακή επιλογή. Χειροτέρα τα έκανα. Σταματούσα βλέπεις πιο συχνά τον χρόνο.
Όταν έφτασα έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού μου, κοντοστάθηκα. Άκουσα από μέσα ψίθυρους, που όμως δεν με τρόμαξαν. Ήταν τόσο γνώριμοι. Το κλειδί στην πόρτα σκόρπισε όπως πάντα την σιωπή. Όπως την σκορπίζει και η επιλογή.
Μπήκα μέσα κοιτώντας τριγύρω. Κανένας. Λογικό. Σκόνταψα στο μικρό χαλάκι της εισόδου. Επαναληπτική κίνηση που μου έδωσε την αίσθηση της λησμονιάς. Όλα μέσα ήταν όπως τ’ άφησα το πρωί. Καμία κίνηση δεν φαινόταν να είχε γίνει. Οι ψίθυροι όμως; Φωνές από δίπλα είπα και προχώρησα.
Κάθισα στην καρέκλα ανοίγοντας τους λογαριασμούς. Το χέρι μου χάιδεψε το μέτωπο μου λες και ήθελε να μου δώσει κουράγιο για το τι θα αντίκριζα. Το πέτυχα. Τακτοποίησα τους λογαριασμούς και άνοιξα το ψυγείο. Έβγαλα το φαί και το έβαλα στα μικροκύματα. Σε 2 λεπτά. Άνοιξα την τηλεόραση. Τίποτα ενδιαφέρον. Την έκλεισα. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Τίποτα ενδιαφέρον. Το έκλεισα. Ο ήχος της λήξης του δίλεπτου ήχησε.
Το φαί τοποθετήθηκε στο τραπέζι. Καταναλώθηκε γρήγορα όπως γίνεται και με τις σκέψεις. Το νερό στεκόταν ακίνητο απέναντι μου. Με περίμενε υπομονετικά όπως κι όλα πλέον. Όταν πήγα να το πιάσω όμως, έσπασε ο κλοιός που έσφιγγε τους ώμους μου απ’ το πρωί. Τα λεπτά αμέσως χυθήκαν σαν ψίχουλα πάνω στο τραπέζι. Το μεγάλο ρολόι στον τοίχο έκανε έναν διαπεραστικό ήχο και σταμάτησε κι αυτό. Δεν μου έκανε εντύπωση. Ήταν άλλωστε κάτι που το πάλευα εδώ και καιρό.
Ήπια μονορούφι το νερό και άφησα το άδειο ποτήρι πάνω στο αποτύπωμα που είχε σχηματιστεί αδιάφορο στο λινό τραπεζομάντιλο. Ένα αεράκι μπήκε απ’ το παράθυρο και σκόρπισε μερικά απ’ τα ψίχουλα κάτω. Οι ψίθυροι άρχισαν και πάλι ν’ ακούγονται. Το κεφάλι μου σαν σόναρ έψαχνε την πηγή τους. Τα μάτια μου ρίχνονταν τριγύρω σαν ρόδα ενός αέναου λουνα παρκ. Κανένας, πουθενά. Οι ψίθυροι όμως ακούγονταν πιο δυνατοί.
Τότε άρχισαν να ξεχωρίζουν οι λέξεις.
Ο πόνος καθότανε στον καναπέ και κοιτούσε, μονολογώντας τον ‘Πληθυντικό αριθμό’ της Δημουλά, την μνήμη που ξαπλωμένη στα πόδια του έπαιζε με τον σταυρό που φορούσε στον λαιμό του. Η μοναξιά έψαχνε στο βιβλίο, που είχα πάνω στο μικρό τραπεζάκι, εκείνες τις τρεις προτάσεις που χθες μ’ έκαναν να δακρύσω. Πανέμορφη και σιωπηλή, είχε τα μαλλιά της πιασμένα κότσο με χιλιάδες μικρά δάκρυα τσιμπιδάκια. Ανακάλυψα με την άκρη του ματιού μου ότι μερικά ήταν δικά μου. Όταν τις βρήκε άρχισε να τις επαναλαμβάνει. Στην αρχή σιγά, μετά από λίγο τόσο δυνατά, που η φωνή της μ’ έκανε να κλείσω τα αυτιά μου.

‘Πληρώνω τοις μετρητοίς τη ζωή για ό,τι μου προσφέρει. Όταν ένα θαύμα σου χαρίζεται, σημαίνει πως κάποτε εσύ του έδωσες ένα κομμάτι από την ψυχή σου να τραφεί. Αν δεν συνέβει ποτέ αυτό, να θυμάσαι: Χρωστάς της ζωής μια θυσία.’ *

Κάποιες λέξεις ξέφυγαν, κάποιες ξέμειναν σφηνωμένες ανάμεσα στα δόντια της. Η ζωή, διψασμένη βούτηξε στο ποτήρι με το νερό, ρουφώντας και την τελευταία σταγόνα. Τα ψίχουλα που άρχισαν να την βλέπουν μεγενθυμένη φοβηθήκαν και έκαναν να φύγουν απ’ το αποτύπωμα. Άσκοπο. Είχαν βραχεί τόσο, που σαν ζυμάρι πια, κολλημένο στον πάτο του ποτηριού έφτιαχναν ένα άλλου είδους πρόσφορο. Το θαύμα καθόταν άπραγο και περίμενε την αποκάλυψη του. Η ψυχή ήταν εκείνη που απότομα απλώθηκε στην ατμόσφαιρα. Όλα μύρισαν ξαφνικά γιασεμί και θάλασσα. Όλα ντυθήκαν μ’ ένα φως άπλετο σαν πέλαγο. Εκείνη φάρος, έστεκε και με επαναληπτικά σήματα φώτιζε, ό,τι έπρεπε να σωθεί.
Η ζωή έγινε μεμιάς χείμαρρος. Ο πόνος με την μνήμη γίνανε αλυσίδα για να κρεμαστεί η πίστη. Η μοναξιά βούτηξε μέσα στις σελίδες του βιβλίου της καρδιάς. Τα δάκρυα έγιναν αστέρια σε μια ολόφωτη μέρα. Το δωμάτιο έγινε σταθμός τραίνου. Το πρόσφορο διαβάστηκε επιτέλους με λόγια θεϊκά. Το θαύμα έπαψε να περιμένει. Χέρι χέρι με την θυσία άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν στο βαγόνι που θα τους πήγαινε επιτέλους στον προορισμό τους…

* απόσπασμα απ’ το βιβλίο
της Στέλλας Καραμολέγκου
‘Γυμνή στον καθρέπτη’

04
Σεπ
08

Επ-Aνάληψη…

Σ’ ένα καθρέπτη σ’ έκλεισα. Προβολή σε σκοτεινή αίθουσα. Επιλογές δεν υπάρχουν, μην ψάχνεις άδικα. Τις έσβησα. Όπως και τον ήχο. Κάθε σου κίνηση δεν μεταφέρει πια, κανένα ήχο. “Σιωπηλή” την έσωσα. Το “γεμίζω” όμως μεγάλωσα. Και κάθομαι και σε βλέπω ξανά και ξανά.
“Επ-ανάληψη”. Το κουμπί της το έχω φθείρει. Στον αντίχειρα μου χαράχτηκε. Κι όσο κι αν τον τρίβω δεν φεύγει. Σημεία ορισμένα. Εκ θέσεως. Εκ φύσεως. Εκεί, εσύ. Κι εγώ, εκεί. Με κάποια διαφορά στα δευτερόλεπτα μεν αλλά εκεί. Σε σημεία παρατηρώ κάποια αλλοίωση. Παλιό το φιλμ; Παλιά η ματιά; Ή ο καθρέπτης γέμισε υγρασία;

[Photo found in deviantart.com]

03
Σεπ
08

Δια–Λύση;

Αποτελέσματα διαίρεσης αιτιών γέμισες. Στάθηκες γινόμενο πράξεων εξωφρενικών. Το μόνο που έβλεπες ήταν το ίσον που τραβήχτηκε. Και στο πριν και στο μετά της ματιάς σου. Εναλλαγές βίαιες γεννούν βίαιες αντιδράσεις. Το γνώριζες. Το έζησες. Μετατοπίστηκες και είναι φορές που πείστηκες ότι μπροστά κοιτούσες. Μετά το τελευταίο μόριο του σημείου σου υπάρχει μόνο ένα λευκό σύννεφο. Κανένα ίσον δεν μπορεί να το διαβεί. Είναι από τούτα τα σύννεφα που τα καβαλάς και από κει ατενίζεις την ζωή…

[Photo found in deviantart.com]

01
Σεπ
08

Έγινα σταγόνα για να μου δοθείς…

Έβρεχες το κορμί σου. Κυλούσα πάνω σου αργά. Δεν ήθελα να σε χάσω. Δεν ήθελα να μου φύγεις. Σε περίμενα χρόνια τώρα. Αγωνιούσα που μ’ αυτόν τον καυτό ήλιο δεν είχα και πολλές ελπίδες. Ήθελα να μείνω εκεί που μ’ έβαλες. Πάνω στον καυτό σου ώμο. Να ξαπλώσω εκεί και να χαρώ την μυρωδιά του κορμιού σου. Να σε γλύψω κατρακυλώντας. Να σχηματίσω πάνω στην αλμύρα σου, την διαδρομή μου. Να με νιώσεις. Τίποτα άλλο δεν παρακαλούσα περισσότερο απ’ το να με νιώσεις…
[…]
Είχα χωθεί κρυφά, λαθραία, μέσα στα ξανθά σου τα μαλλιά. Λιβάδι από χρυσό στάχυ, με φίλεψαν της ζωής το φιλί. Έπεσα στον ώμο σου καθώς τα τίναξες. Έγειρα στου λαιμού σου την λιμνούλα να ξαποστάσω. Με πότισες αλμύρα. Μύριζες θάλασσα. Αισθανόμουν οικεία πάνω σου. Σ’ έκανα δική μου με τον τρόπο μου. Τούτη την στιγμή ήμουν μόνο εγώ που περιδιάβαινα το κορμί σου. Έδιωξα κάθε κακή σκέψη που συνήθως μας τριβελίζει το μυαλό σε περιπτώσεις απώλειας και έμεινα να σε κοιτώ. Γελούσες. Τρανταζόταν το στήθος σου απ’ το κύμα του γέλιου μέσα σου. Ένιωθα το σώμα σου να πάλλετε. Και τότε ήταν που γύρισες και αργόσυρτα έκανες μια με την γλώσσα σου και με διέλυσες μέσα στο στόμα σου. Με ρούφηξες. Χάθηκα στου λαιμού σου τις στοές. Βυθιζόμουν μέσα σου. Στα σκοτεινά έψαχνα για λίγο φως. Να βρω από κάπου να κρατηθώ. Να διατηρήσω την μνήμη μου. Τίποτα. Κενό. Κάπου στο βάθος κάτι κόκκινο υπέφωσκε. Ο θόρυβος ήταν συνεχής και με καθησύχασε. Σαν του ρολογιού τους χτύπους που μας θυμίζουν την ζωή. Αφέθηκα. Δεν είχα πια και πολλές επιλογές. Με είχες κάνει τελικά δικό σου με την πιο ολοκληρωτική έννοια. Ήμουν μέσα σου. Το μόνο που έμενε να κάνω είναι να διατηρηθώ στην ζωή. Στην επαφή με την ζωή. Σταμάτησα απότομα πάνω σε μια μεγάλη κατακόκκινη μπάλα, τόπι παιδικό, που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά. Ήμουν πάνω στην καρδιά σου. Χάιδευα το είναι σου, εσένα, κυριολεκτικά. Ήμουν μέσα στην ζωή της ζωής σου. Κανένας πια και τίποτα δεν θα με έπαιρνε μακριά σου. Θα ζούσα όσο ζούσες. Θα ήμουν εδώ για σένα. Θα ένιωθα ότι ένιωθες. Μου δόθηκες…

[Photo found in deviantart.com]




Βασιλική

ένας καθ' όλα συνηθισμένος άνθρωπος...

Δικαιωμάτων Απ-Όψεις…



Υποχρεωτική η αναφορά πηγής
Δεν επιτρ�πεται η αντιγραφή χωρίς άδεια

Page copy protected against web site content infringement by Copyscape

Παρ-Ουσίας Μετρήσεις...

  • 203,570

Στιγμής Καλεσμένοι…

tracker

Μετα-Φράσεις…

Εγ-Γραφής Ειδοποιήση

Βάλτε το email σας, πατήστε το 'Εγ-Γραφή' και θα λαμβάνετε ειδοποιήσεις για κάθε νέα μου εγγραφή.