Επ-Αιτιών ημέρες…

Ο χρόνος παγιώνει. Παγώνει. Γράφει ιστορία σε ελικοειδή μορφή. Περιστροφικές μνήμες. Αναμνήσεις. Ημερών. Στιγμών. Το κέντρο της σε υγρή κατάσταση. Κυλάει σε φλέβες. Σε συνάψεις. Μειώνει τον χώρο. Ζητάει λεπτά. Αγκαλιές. Λόγια. Σιωπές. Φιλιά. Απαιτήσεις παράλογες. Άλογες. Την στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζει. Άηχη. Άμορφη. Αβέβαιη. Την επιβεβαίωση επιζητεί. Χωρίς όρια. Κι όταν στου μέλλοντος τους δρόμους βρίσκεται μόνος, οπισθοδρομεί. Επετειακές ημέρες μοιράζει. Για τα μικρά μιας ζωής. Για τα μεγάλα. Ό,τι ο καθένας ορίζει και όπως το νιώθει, το εισπράττει. Ταμείο μεγάλο ο χρόνος, τελικά. Και το βιβλίο του γεμίζει καθημερινά…

[Cash Book photo by Sondra Wampler]

Όταν με κοιτώ, συχνά με ρωτώ…

Όταν τα μάτια μου κοιτώ, βλέπω κι όλες μου τις μνήμες. Κύκλους να κάνουν. Σε χρόνια να μεταφράζονται. Σε ημέρες. Να γυρίζουν σαν τροχός σε λουνα παρκ. Να επανέρχονται όλο και πιο δυνατά. Όλο και πιο πολύ. Διακόπτες σπασμένοι. Εντολές που φθίνουν. Που ώρες ώρες κυρώνουν η μια την άλλη. Τόσο επίμονες όσο και η θέληση μου. Όποτε αυτή λειτουργεί. Και στιγμές είναι που μπορώ. Και στιγμές που όχι. Κι όταν κάποιες τέτοιες μέρες με πλησιάζουν, εγώ πάντα να προτιμώ να φεύγω. Γιατί δεν αντέχω. Δεν αντέχω αυτές τις στιγμές μνήμης. Και όσο δεν τις αντέχω, μέσα τους τρέχω. Τους κύκλους κι αν προσπάθησα να σπάσω τίποτα δεν κατάφερα. Πιο δυνατούς τους έκανα, λες και αυτό επιδίωκα. Λες και κάτι με τραβά μέσα τους να πονάω. Λες και επιθυμώ την εκμηδένιση μου. Επιβάλλοντας μου ποινές. Σε ό,τι έμαθα ότι δεν το νικώ. Σε ό,τι έμαθα να με κρατά. Και συχνά με ρωτώ, πόσο μέσα μου θα μεταστοιβάζω πόνους; Πόσο ακόμη γνωρίζοντας στα ίδια μονοπάτια θα με περπατώ;

[Looking Out paint by Ruth Palmer]

Ίδια ή ιδία απάντηση…

Είναι καιρός τώρα που στα ίδια γυρίζεις. Χρόνια θα έλεγα. Πιστεύεις ότι αλλιώς τα κοιτάς κάθε φορά. Θέλεις απαντήσεις να βρεις. Να τις καταγράψεις και να τις κρατήσεις φυλαχτό. Διαδικασία επώδυνη. Στιγμές μνήμης συνεχώς. Καθρέπτες που φωτογραφίζουν το παρελθόν. Οθόνες που αναπαράγουν μια ζωή. Από κάθε πλευρά. Πρώτα απ’ την άλλη. Διαστάσεων παιχνίδια στο μυαλό σου παίζεις. Όχι όμως ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Ψυχοφθόρου. Οι συνάψεις καταναλώνουν όλη την σεροτονίνη που περισσεύει. Παράγεις κι άλλη. Όση χρειάζεται. Η αισθητική στήνει χορό για της εκλογίκευσης την παρουσία. Απόντες υπάρχουν. Παρόντες το ίδιο. Πάνε κι έρχονται. Λες και κουβαλάνε την απάντηση. Ανασηκώνεις τα χαρτιά σου μερικές φορές μαζί με το βλέμμα σου. Σε προηγούμενες σελίδες. Βλέπεις και συνεχίζεις. Ψάχνεις. Γυρίζεις. Αναμοχλεύεις. Στης ψυχής σου την φωτιά τα χέρια σου βάζεις κι ας καίγονται. Δεν σε ενοχλεί. Την απάντηση αναζητάς παντού. Ακόμη κι εκεί που ίσως δεν θα έπρεπε. Αμερόληπτη να είσαι προσπαθείς. Σε μισείς που ίσως δεν το καταφέρνεις. Τον πόνο σου όμως με ‘μείωση γεγονότων’ δεν θα απαλύνεις. Δεν σου χαρίζεσαι. Δεν σε έχεις ίσως για να το κάνεις…
Γίναμε καρδιά μου ίδιοι μες το ίδιο μας παιχνίδι’. Στίχος που ξαφνικά ακούς αλλά και στοίχος που σε θέση σε βάζει απάντησης. Γιατί τελικά όταν το ίδιο καταφέρεις μετά πως απάντηση να βρεις; Από τι το διαφορετικό να την αντλήσεις; Το ίδιο όπως κι αν το κοιτάξεις, ίδιο μένει. Όσο καιρό κι αν στα ίδια γυρίζεις…

Ο στίχος είναι από το τραγούδι ‘Μοιάζουμε
σε στίχους της Ελεάννας Βραχάλη
και σε μουσική του Μιχάλη Χατζηγιάννη

[Even Then poster by Vicky Brago-Mitchell]

Αμίλητες σιωπές…

dawn-s-promise.jpg

Μου υποσχέθηκα πολλά. Προσπάθησα για τα περισσότερα. Αλλά αντάξια φάνηκα στα μάτια μου. Και τούτο είναι που πονά. Να νιώθεις μειωμένος μέσα σου. Εκεί που όλα γεννιούνται. Και πεθαίνουνε. Μαζί σου. Μέσα σου. Τι να με νοιάξει για τους γύρω; Τι τους νοιάζει για μένα; Η μοναξιά τσιγάρο που άναψε σαν βεγγαλικό. Στην υγειά μας. Δεν ήταν. Δεν ήταν. Κι αν ήταν δεν το κατάφερα. Δεν έφερα εις πέρας καμιά υπόσχεση τελικά. Αυτό μόνο που έφερα είναι το χέρι κοντά στο στόμα. Για μια ακόμη γουλιά. Χάνομαι εκεί που χάθηκαν και τόσοι άλλοι. Σε φυλακές οικειοθελούς προσχώρησης. Κλειδώθηκα και σου πέταξα το κλειδί. Χρόνια πριν. Δεν κατάλαβα όμως ότι τελικά με είχα κλειδώσει όχι μέσα σου αλλά έξω σου.
Ακατανόητη όπως πάντα ας ξαναβυθιστώ στην σιωπή μου…
Τουλάχιστον αυτή με καταλαβαίνει…

[Dawn's Promise photo by Mike Sleeper]

Ένα σπασμένο ουράνιο τόξο…

chasing-rainbows.jpg

Σπάω μέσα σε χρωματιστά μικρά ποτήρια νερού. Γυαλί θολό γίνομαι. Συγκροτημένη και συγκρατημένη ανέφικτο να υπάρξω. Ανασαίνω σταδιακά και ακανόνιστα. Φυσάω την άμμο και ρουφάω το νερό. Στην θερμότητα αναλώνομαι. Ρινίσματα ασύγκλητα μαζεύω. Στα χέρια πληγές ανοίγονται. Μάτια στο γαλάζιο τ’ ουρανού ανεβαίνουνε. Το φως όμως του γυαλιού από μέσα τους, αντικατοπτρισμό κάνει. Θολώνει το τοπίο χωρίς προσπάθεια καμιά. Με μάτια κλειστά σε δρόμο άγνωστο πώς να κάνεις βήμα; Ένστικτο, αναφωνώ. Και εκεί σωπαίνω και πάλι. Όμως τι κρίμα, γυάλινες είναι και οι σιωπές. Αναποφάσιστη η στιγμή δεν γνωρίζω αν ήταν όταν ήρθε. Πάντως εγώ έτοιμη δεν είμαι. Δεν ήμουνα. Την έκρινα ίσως ματαιόδοξα. Άδοξα. Δεν της είχα έτοιμο τίποτα που να μπορούσα. Αδυναμία μιας αδύναμης ψυχής. Ίσως γι’ αυτό και να έσπασα. Από τότε συνεχώς. Συνέχεια. Ατέρμονες στιγμές. Ξαναήρθε τώρα. Βγήκε μέσα απ’ έναν ουρανό που έσπασε κι αυτός και με μικρούς γυάλινους ήχους ξαναθόλωσε την ματιά μου. Μπροστά της στέκομαι ανήμπορη να την δω. Την νιώθω μόνο. Ίσως και να την αποζήτησα. Δεν ξέρω. Κύκλος μέσα στον κύκλο της ζωής μου. Που κάπου κάπου τον σπάει. Τον σπρώχνει εκεί που τα όρια δεν είναι εφικτά. Που τα περιθώρια είναι ακόμη ακόμη ανύπαρκτα. Εκεί θα ζω λοιπόν και πάλι; Στο πουθενά μιας ψυχής που ζήτησε το τίποτα; Η πληρότητα της κατάστασης με καθιστά ίσως άδικο κριτή. Δικό μου. Μοναδικό μου. Γιατί άλλος ποιος μπορεί να με κρίνει; Μόνο εγώ…


[Chasing Rainbows paint by Nel Whatmore]

Τι θα ήθελα να είμαι με ρώτησες ή δεν κατάλαβα καλά;

pages-opened.jpg

Δεν είχα σκοπό να γράψω. Είπα να μην. Αλλά δεν. Ήθελα και πάλι τα δάκτυλα στα πλήκτρα να χτυπήσω. Ναρκωτικό ο χτύπος που τρέχει στις ανοιχτές μου φλέβες. Έτσι ο κόσμος μου γυρνά εμένα. Έτσι καταλαβαίνω ότι νύχτωσε η μέρα και σήμερα. Βάζοντας λέξεις στην σειρά. Για κανέναν άλλον από εμένα πιο σπουδαίο δεν είναι τούτο είπες και πόσο δίκιο έχεις. Κανένας κι αν δεν άκουγε και πάλι θα το έκανα. Εθισμός σε μια μυρωδιά ξύλου που πάνω του χάραξα και πάλι λέξεις. Συντροφιά μοναχική. Είναι και αυτή η φασαρία του κενού δωματίου που μου σπα τα τύμπανα. Που μου τονίζει την ύπαρξη. Την όποια. Την δική μου; Όχι πια. Αυτή μάλλον από ετούτες τις λέξεις, τα γράμματα, υπάρχει. Άσε με να χαθώ μου φώναξα αλλά μετά έτρεξα πίσω μου να με σταματήσω. Σε ποιον Θεό αν πίστευα ίσως και να το έκανα; Την πόρτα να άνοιγα και να την έκλεινα μπροστά μου και πάλι. Βήματα λέξεις και να περπατώ δεν ορίζω αν γνωρίζω. Αυτό που θα ήθελα ήταν να ξαναγεννηθώ μέσα σε μια, όμως. Να μυρίζω μελάνι. Χαρτί. Όνειρα. Επιθυμίες. Διαδρομή. Να είμαι τελικά μια σκληρή δερματόδετη έκδοση κάποιας χιλιάδας…

[Pages Opened poster]