Σημ-άδεια…

Σημάδια που επιτέλους έμαθα να τα γράφω με έψιλον γιώτα. Κι έτσι να τα αφήνω να γεμίσουν έναν ακόμη χρόνο. Πρόσημα που κολλάνε στην γλώσσα λες και θέλουν να σφραγίσουν έτσι, ακόμη ένα ανεπίδοτο γράμμα. Αφήνονται όλα μέσα μου, σε στιγμές περασμένες με μπογιές, που δεν άντεξαν στην βροχή των επίλογων. Κυλάνε στον τοίχο των ματιών. Πέφτουν στο κενό ενός προσώπου που δεν αντικατοπτρίζει πια, κανένας καθρέπτης. Μπερδεύονται πάνω σε δυο χείλια που έχασαν, όλες τους τις λέξεις. Αρνήσεις γεμάτες, οι ρυτίδες στον λαιμό. Σκοντάφτουν σ’ ένα σταυρό που περάστηκε στην αλυσίδα των αποφάσεων. Αγγίζουν ένα στήθος, που δεν κρύβει πλέον κανένα μυστήριο. Καμιά ψυχή. Μόνο μια μικρή όσο και αβαρής στιγμή που θέτει τις μνήμες της, σε εικόνες βαλμένες σε κορνίζες. Παντού γράφω πια αυτά τα σημάδεια. Σταθμοί αναμνήσεων. Αναχωρούν για το ταξίδι τους, εξακολουθητικά, επιμένοντας στο δρομολόγιο που τους τάχθηκε. Πάνω σε ‘κεινες τις γραμμές που ζουν στις άκρες των ματιών μου. Εισιτήριο χωρίς επιστροφή, που όμως το κρατούν ευλαβικά, εδώ και χρόνια. Τσιγάρο τελευταίο πριν το ταξίδι μέσα σ’ ένα στομάχι που σιώπησε. Πνευμόνια που έπνιξαν όλες τις αναπνοές, που φυσούσαν μανιασμένες στο στενό δρομάκι της καρδιάς, που αφέθηκε πίσω εκεί, να σπαρταρά για ένα χάδι. Βήματα που μετακίνησαν τις πατούσες μου, πάνω στα κάρβουνα λέξεων, που φλέχθηκαν επαναληπτικά. Όλη, ένα σώμα γεμάτο από τούτα τα γαμημένα τα πρόσημα, που σαν καρφιά τα νιώθω σε δυο χέρια που έπαψαν να αγγίζουν, ό,τι τους πονά. Απολογισμός λοιπόν σε σημάδεια, σε πρόσημα, χαραγμένα πάνω σ’ ένα κορμί σιωπηλό, με το μολύβι μιας μνήμης επικυρωμένης και υπογεγραμμένης πια…

[μου ταιριάζει μάλλον να μην α-φορώ κανέναν…
έτσι έχω στα χέρια μου,
την δύναμη να μου κλέβω,
αυτό το μικρούλι άλφα,
μόνο εγώ πια…]

Δια-Πιστώσεις…


Μαζεύω ότι κομμάτια απόμειναν. Στάχτες σ’ ένα σβηστό πια, τζάκι. Λερωμένα χέρια. Και στην πλάτη να κυλά, μια ακόμη καταμετρημένη επιβολή στιγμών αδήλωτων, κατά τα άλλα. Μαλλιά μαζεμένα. Μάτια θολά. Κορμί απόν. Ήχοι ενός ακόμη συμμαζέματος. Γελάω πια, με τούτους τους ήχους. Όπως και με την χαρούμενη μουσική απ’ τα φωτάκια που στολίζουν εδώ και μέρες κάποια μπαλκόνια. Μέσα στα κομμάτια προβάλλονται στιγμές αναπαραγωγής ενός μυαλού, που δεν θέλει να αισθάνεται. Τίποτα. Κανέναν…
[…]
Στα χέρια ένα πανί. Οθόνη ενός θερινού σινεμά. Που ακούγαμε σε κάποια επιστροφή από ένα κυριακάτικο μπάνιο. Το στρίβω με μανία. Ό,τι θεώρησα μεγάλο, μικρό μού αποδύθηκε. Έτσι, για να με επαναφέρει στην θέση μου. Μεγαλώνω τα χέρια μου για ν’ αγκαλιάσω την οθόνη τούτη. Χύνομαι μέσα στο πανί της. Γκριζάρω απ’ τις στάχτες, άλλα πια, δεν με φοβίζει τούτο. Γίνομαι φιγούρα. Και σε βλέπω να με κοιτάς. Με ‘κεινο το αθώο βλέμμα. Θεατής μου. Κι εγώ μέσα στο έργο που επέλεγες να δεις. Ασπρόμαυρη όπως και τα άκρα που πάντα επέλεγα να εκτινάσσομαι, όταν έπρεπε απόφαση να πάρω. Ενδιάμεσες αποχρώσεις απούσες, που τώρα μόνο πιστεύω ότι θα μπορούσαν και να υπάρξουν. Αλλά η ορμή ενός κορμιού νεαρού, άγουρου, πως τιθασεύεται;
[…]
Και είδες τελικά πως αλλάζει η ορμή; Στιγμής μετά. Καίγεται με το οξυγόνο απ’ τις ανάσες που πίστεψα ότι ήταν δικές μου, που μου τις χάρισες και ‘γώ απλά σε πίστεψα. Για σένα. Φλόγα έγινα για να σε ζεστάνω. Ήθελα να γίνω για το βλέμμα σου, αυτό που ζητούσες. Η ηρεμία μιας ζωής. Κι ας καιγόμουν. Δεν νοιάστηκα. Όλα τα έσβησα για να ξανανάψω για σένα. Άναψα και κάηκα. Και σε έβλεπα μέσα απ’ το κόκκινο του μυαλού μου να μιλάς. Να λες σε μένα, εκείνες τις αποφάσεις. Στερώντας μου το οξυγόνο σου, λιγόστεψα. Οι φλόγες έμειναν μόνες μέσα στα μάτια μου. Έγινα τελικά αυτό που ήθελες, στάχτες…
[…]
Στάχτες ανακατεμένες με κομμάτια πανιά. Από πριν, από μετά. Στα χέρια μου έτσι, έβαλα όλες μου τις στάχτες. Τα κομμάτια. Βγήκα στο μπαλκόνι της ζωής μου, που δεν το στολίζει κανένα φωτάκι, και τα χάρισα στον άνεμο του χρόνου. Θυσία στιγμών αδήλωτων. Χρώματος γκρι. Ενδιάμεσο των όποιων άκρων. Με την ορμή πλέον, ενός κορμιού που γερνά…

[κι ακόμη στα μάτια μου,
θα ήθελα να έχω, την αχρέωτη,
εκείνη, ασπρόμαυρη φλόγα…]

[photo found in deviantART]

Εκ-λείπω…

Εκρήξεις. Σε ό,τι πια, σκέψη, απορεί γιατί να γίνει. Επεκτάσεις στα στενά περιθώρια που απέμειναν. Μάτια υγρά, όπως και οι νύχτες που μου προσέφερες. Που μου έκανες δώρο. Κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που δεν μπορώ πια, ούτε καν, να θυμηθώ. Έσβησα, όπως κι όλα τα αστέρια που δεν οδηγούν πλέον, σε καμιά γέννηση. Τι να γεννηθεί, μετά από μια ατελείωτη σιωπή; Τι να ζήσει, μετά από μια απέραντη ανάμνηση; Σκεπασμένα όλα με το χιόνι, από μπάλες, που δεν θα τις γλυκάνει κανένα φιλί. Τυλιγμένα όλα, χωρίς να περιμένουν όμως, να γίνουν δώρο αυτή τη νύχτα των Χριστουγέννων. Πνιγμένα όλα, μέσα στην εκτινασσόμενη χρυσόσκονη ενός ακόμα χρόνου. Κατεστραμμένης επιλογής, που κανένας καθρέπτης δεν άντεξε. Βιτρίνες στολισμένες με θελήσεις, που όσο τις κοιτώ, τόσο με παλεύω να κρατηθώ μπροστά τους, όρθια. Αλύγιστη. Βοριάς που φυσά, κι όλα θαρρείς και τον υπομένουν για μένα, καθαρά, απαλλαγμένα, μόνα, μονά. Κασκόλ ριγμένα σ’ ένα λαιμό, που δεν κατεβάζει ούτε μια ανάσα. Κι όλα τα ‘αν’ υπήρξαν, εκεί που ‘εδώ’, που ‘μαζί’, δεν κατάφερα να γίνουν. Δεν θα στολιστώ φέτος, θα σε σεβαστώ. Δεν θα μετέχω. Θα απομακρυνθώ. Ούτως ή άλλως, αυτό πλέον μόνο, μπορώ να επιμένω, να υπομένω, να περιμένω…

[και θα σκορπίζομαι απλά,
τούτες τις γιορτές,
πάνω στο πιο μικρό δεντράκι
που μπορεί να φανταστείς,
την ψυχή μου…]

[φωτογραφία δεν βρέθηκε…
δυστυχώς…]

Για μια κόκκινη κορδέλα…

Ντύθηκα άσπρο λινό σεντόνι πάνω σ’ ένα κρεβάτι. Κεντήθηκα με μυρωδιές καλοκαιρινές. Δροσερές. Τσαλακωμένη προσπαθώ να κρατηθώ μέσα στο μυαλό σου. Με μοναδικό εφόδιο μια κόκκινη κορδέλα. Ριγμένη πάνω σ’ ένα κορμί που καίει. Που ανασταίνεται. Που λυτρώνεται. Σε κάθε χάδι. Μοναδικό μας παιχνίδι τούτο το κόκκινο χρώμα. Γλιστράει όπου η φαντασία το θέλει. Το μπορεί. Τρυπώνει σε γωνιές. Ξεκουράζεται πάνω σε μια ανάσα. Γελάει κάπου εκεί, κοντά σε μια ματιά. Κρύβεται κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρα. Αποκοιμιέται πάνω στον ώμο. Ποθεί μέσα στην φλέβα που χτυπάει στον λαιμό. Τρέχει έξω από κάθε συμβιβασμό. Ζει γύρω απ’ όλους τους φόβους. Κι όμως υπάρχει. Υπάρχει γιατί δεν θέλει να χαθεί. Γιατί θέλει να ‘ναι ο κρίκος που θα δένει τις ψυχές. Που θα παθιάζει τα κορμιά. Που θα κλέβει κομμάτια ζωής και θα τα χαρίζει σε όποιο ένστικτο, μας κάνει τελικά πιο ανθρώπινους, πιο ταπεινούς. Στον Έρωτα της Αγάπης. Σ’ εκείνον τον θεό που μας σκορπίζει σ’ έναν μακρινό γαλαξία, με μια λέξη. Που μας ενώνει για όσες στιγμές τον έχουμε μέσα μας. Που μας δίνεται άφοβα για να τον φοβηθούμε έτσι, ακόμη περισσότερο. Που μας ξεγελά, χωρίς καμιά ντροπή. Χωρίς κανένα οίκτο. Μας λυγίζει σε ό,τι εκκωφαντικό δεν ακούμε. Μας οδηγεί μόνο εκεί όπου καν δεν βλέπουμε. Στο θόλο και έρημο τοπίο μιας επιλογής γενετήσιας και υπόδουλης σε όποιο πάθος μπορεί ένας άνθρωπος πάνω του να κουβαλά. Μας καθηλώνει ανάμεσα σε αποφάσεις. Επιφάσεις, που τελικά δεν οδηγούν πουθενά. Γιατί τούτο το ένστικτο δεν είναι γεννημένος οδηγός. Δεν έχει δρόμο. Δεν έχει παρελθόν, μέλλον. Μόνο παρόν. Μόνο στιγμές. Τυλιγμένες σε κόκκινες κορδέλες. Για να τονίζουν το πάθος. Για να υπογραμμίζουν τον πόθο. Για να επιλέγονται χωρίς προφάσεις. Έντονο χρώμα για έντονες παύσεις. Κάπου εκεί ανάμεσα στα κορμιά. Που στο τέλος μένουν μόνο τυλιγμένα με τούτο το παιχνιδιάρικο κόκκινο χρώμα…

[για σένα…
αφιερωμένο στην κόκκινη κορδέλα
που μου πέρασες στα μαλλιά…]

Επίπεδο*

Είναι αρχή. Είναι απόφαση. Είναι επιλογή. Που πρέπει να επικρατήσει ή όχι. Που πρέπει να ζήσει ή όχι. Είτε σαν άθροισμα, είτε σαν μονάδα. Είναι ουσία. Είναι ψυχή. Είναι φύση. Είναι ιδιότητα. Σε όποια διάσταση. Σε όποια κατάσταση. Σε όποια περίσταση. Σε όποια αίσθηση. Σε όποιο συναίσθημα. Σε όποιο αίσθημα.
Ο όγκος του αν και μηδενικός, αν και ίσιος, είναι καθοριστικός. Ισορροπητικός. Για ό,τι κι αν μας συμβαίνει, για ό,τι κι αν μας ταλανίζει, για ό,τι κι αν μας πονά.
Η επιλογή της θέσης του επιπέδου που μας αρμόζει και μας αξίζει, είναι πρόθεση δυο. Ποτέ ενός. Είτε κι αν είναι τοίχοι με ρωγμές, είτε ταβάνια που πνίγουν, είτε πατώματα που χάνονται κάτω από τα πόδια μας, είτε ένα τραπέζι με σφαλιστές πια τις δυο του καρέκλες, είτε είναι ένας μαυροπίνακας που κάποτε πάνω του χαράχτηκε μια καρδιά…

*Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Το επίπεδο θεωρείται συνήθως αρχική έννοια της γεωμετρίας, δηλαδή δεν ορίζεται με βάση άλλες στοιχειωδέστερες έννοιες, αν και σε κάποιες προσεγγίσεις της γεωμετρίας δεν είναι έτσι, όπως για παράδειγμα στην αναλυτική γεωμετρία όπου ορίζεται με βάση την έννοια του σημείου. Ιδιαίτερα όταν εργαζόμαστε στη δισδιάστατη ευκλείδεια γεωμετρία το επίπεδο αναφέρεται σε ολόκληρο το χώρο.
Διαισθητικά η έννοια του επιπέδου μπορεί να περιγραφεί ως μια εντελώς ίσια (δηλ. χωρίς κυρτότητα ή κοιλότητα) και λεία (δηλ. χωρίς «βουνά» ή «κοιλάδες») επιφάνεια που έχει μηδενικό όγκο και καταλαμβάνει τις δύο μόνο διαστάσεις του τρισδιάστατου χώρου. Επεκτείνεται απεριόριστα προς τις δύο διευθύνσεις. Δύο παράλληλα επίπεδα έχουν την ιδιότητα ότι ποτέ δεν τέμνονται, όσο και αν τα επεκτείνουμε. Επιπλέον, δύο επίπεδα μπορούν να εφαρμόσουν ακριβώς, ακόμα και όταν το ένα κινείται κατά την έκταση του άλλου.
Μακροσκοπικές επιφάνειες ή αντικείμενα που συνήθως μοντελοποιούνται ή νοούνται ως επίπεδες επιφάνειες είναι οι τοίχοι, τα ταβάνια, και τα πατώματα ενός απλού σπιτιού, η πάνω επιφάνεια ενός τραπεζιού, ο πίνακας μίας σχολικής αίθουσας.

Καθρέπτης…

Επιμένω να αποφεύγω πια, όποιο καθρέπτη συναντώ. Η εικόνα μου δεν είναι θέληση. Είναι μάτια που δεν μπορούν να κοιτούν πια, ένα πρόσωπο που δεν αναγνωρίζουν, επειδή έχει χαθεί σε ό,τι με απέχθεια βιώνει. Είναι χείλη, κύκλοι ομόκεντροι ενός φαύλου χαιρετισμού που έχει καταντήσει η καθημερινότητα, σβηστά. Είναι αισθήσεις που έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους ξεκάθαρο και αέναο. Ίσως και άναρχο. Ίσως και ατέρμονο. Είναι ρυτίδες κοφτές όπως και οι εισπνοές. Και δεν ήταν θέληση αυτό. Ήταν κάτι άλλο. Αυτό το άλλο που αν και γνωρίζω τι είναι, δεν μπορώ να το βρω. Κι ίσως όταν το ανακαλύπτω, αυτό να ξεφεύγει. Σε κάποια αχτίδα να σκορπίζεται. Κι όταν αυτή με τυφλώνει και ως τα μάτια μου να την συνηθίσουν, χάνεται. Και όταν κάτι χάνεται, αλλοιώνεται. Και πάει και κρύβεται σε άνοστες συμπεριφορές. Σε κούφια λόγια. Σε προσποιητά αγγίγματα. Που μυρίζουν κίνδυνο. Που είναι στυφά. Που είναι αταίριαστα. Και που όμως, σε όποιο καθρέπτη συναντώ, τις βλέπω να με κοιτούν. Να με κάνουν να κλείνω το πρόσωπο μου πια. Να το σφαλίζω. Δεν είναι που δεν το αισθάνομαι ότι κάτι σημαίνει για κάποιους αυτό το πρόσωπο μου. Δεν είναι που δεν ξέρω τι αξίζει. Είναι που το νιώθω να χαραμίζεται. Να σκορπίζεται σε ό,τι δεν γλυκαίνει. Να περιφέρεται πάνω από λόγια που είναι σαθρά. Που δεν έχουν ρίζες. Κι έτσι επιμένω να αποφεύγω πια, όποιο καθρέπτη συναντώ…

[photo found in deviantart.com]