
Η κυρά Ελένη. Ετών πολλών. Αναμνήσεων παλαιών. Σιωπών μακρών. Λέξεων κοφτών. Λόγων δυνατών όπως και η ίδια. Τελευταία έχει ξεμείνει από αντοχές. Τα επανειλημμένα αναπνευστικά προβλήματα την έχουν καταβάλλει. Αλλά δεν την έχουν πτοήσει. Πάντα καλοντυμένη. Περιποιημένη. Όπως και ο μπαχτσές από μολόχες που έχει. Παιδιά με φορεσιές πολύχρωμες, όπως και τα όνειρα που είχε από μικρή. Όλες εκεί μπροστά της να την περιμένουν ανυπόμονα. Να την κοιτάνε επίμονα. Κι εκείνη να τους ψιθυρίζει. Δεν μπορώ να ακούσω τι. Όσο κι αν το θέλω, χαμηλώνει τόσο πολύ πάνω τους όταν τους μιλά, λες και θα ξεχυθούν τα λόγια της αν απομακρυνθεί. Κι εκείνες την κοιτούν σαν Θεό. Τις δροσίζει κάθε νύχτα. Τις χαϊδεύει κάθε πρωί. Τις κοιτά κρυφά κάθε μεσημέρι, μην τυχόν και απ’ την ζέστη της πάθουν κάτι. Τις καθαρίζει κιόλας. Μικρά φυλλαράκια, κλωναράκια που δεν άντεξαν, τα πιάνει με τα τρεμάμενα της χέρια και τα διώχνει από μέσα τους. Για να αναπνεύσει το καλό, λέει φωναχτά. Κι όταν όλα είναι στην θέση τους, κάθεται στην μεγάλη πολυθρόνα της με τα πολλά μαξιλάρια, στηρίζοντας το γερασμένο της πια σώμα. Και τότε ταξιδεύει. Το βλέπεις στα μάτια της ότι δεν είναι στο παρόν. Ταξιδεύει σ’ έναν άλλο κόσμο. Ζωή που πέρασε; Όνειρο που δεν έζησε; Δεν ξέρω. Αλλά τα γαλανά της μάτια, ταξιδεύουν. Καραβάκια σ’ μια απάνεμη πια θάλασσα. Χωρίς φουρτούνες. Με την ηρεμία που έχει η πιο άχρονη στιγμή της ζωής μας. Ηρεμία που έρχεται με την τακτοποίηση σκέψεων και θελήσεων. Όταν όλοι μας ταχτοποιούμε τα πάθη μας, τα λάθη μας, μπαίνουμε λες σε τούτη την ηρεμία; Την γαλήνη; Βλέπουμε λες καθαρά κι ας είναι τα μάτια γερμένα παραθυρόφυλλα; Ίσως γιατί έτσι αποκόπτουμε το φως και τότε μόνο οι σκιές απλώνονται καθαρότερα σ’ όλες τις γωνιές της ψυχής μας. Και παίρνουν το σχήμα που πρέπει. Που θα έπρεπε ίσως να είχαν απ’ την αρχή στην ζωή μας. Για να μην γίνουν ίσως ποτέ, σκιές. Αλλά απ’ την άλλη, ίσως ό,τι ήταν να γίνει, να γίνεται. Ελεύθερη βούληση, κυρά Ελένη. Βούληση που λες τελικά να είναι κατά βούληση; Για όποιον έρχεται, για όποιον φεύγει από κοντά μας; Ηθελημένα ή όχι. Ύπαρξη διάλυσης μερικές φορές, χωρίς καν να υπάρξει λύσις. Και ζηλεύω τούτη την ηρεμία σου. Τούτα τα μάτια σου. Τούτα τα ταξίδια σου. Τούτα τα ψιθυρίσματα σου. Τούτο τον μπαχτσέ με μολόχες που έχεις μέσα στην ψυχή σου…
[Η Μολόχα ‘παύει τας ωδίνας’
όπως έλεγε κι ο Ιπποκράτης]