Παρακλητικός κανών…


Βουτηγμένη σ’ ένα ήχο. Κυματοειδής συνάρτηση μιας ακουστικότητας που μπορεί να είναι και ερωτεύσιμη τελικά. Μην με ρωτήσεις σε ποια της άκρη βρίσκομαι. Δεν έχει άλλωστε και μεγάλη σημασία. Σημεία επαφής μας, οι καμπύλες της. Όπως εκείνες που είπες ότι θες να αγγίξεις. Πάνω μου. Μέσα μου. Γύρω μου. Θες να με δέσεις στην ανάμνηση σου; Θες να γίνω ο αντικατοπτρισμός της; Θες να γίνω όαση που μόνο τα μάτια σου θα δουν; Όαση με μια σταγόνα νερού για το διψασμένο σου μυαλό. Άσε με, να κυλήσω μέσα στον λάρυγγα σου. Άσε με, να φουσκώσω σαν ανάσα στα πνευμόνια σου. Άσε με, να γίνω το αίμα που θα γεμίσει την καρδιά σου με οξυγόνο. Ζωτικής σημασίας. Εγκεφαλικής διεργασίας. Εκεί όπου θα γεννηθώ, άσε με και να πεθάνω. Δεν με νοιάζει. Δεν με πειράζει. Γνωρίζω πια. Το πάντα είναι μόνο μια λέξη. Το ποτέ είναι μόνο μια φράση. Δίνε μου τον ήχο σου και θα γίνομαι ο αντίλαλος του. Σε βουνά κι αν χτυπάω δεν πρόκειται να ματώνω. Μέσα στα μάτια μου βύθισε τα όνειρα σου. Τα πιο ερωτικά. Τα πιο απόλυτα. Τα πιο ερεθισμένα. Εκείνα που κρύβεις πίσω από κάθε σου σημείο στίξης. Εκείνα που ζεις μέσα στον ψίθυρο που σου χαράζει η ηδονή. Εκείνα που καις στην φλόγα ενός κεριού που με λατρεία ανάβεις. Εκείνα που σε κάνουν να είσαι άντρας…

Απορ-ρίψεις…


Χέρια απλωμένα στα σχοινιά του μυαλού. Υγρά περιμένουν. Παραμένουν. Μέσα στο άχρονο της στιγμής, δεν αποζητούν τίποτα. Κατάσταση υπέρθεσης. Χωρίς την μεταβλητή της όποιας θέσης, πια. Συντελεστές υπαγορευμένοι. Σώματα καρφιά. Ματιές κλειστές χωρίς καμιά σκιά. Σε κάποιες ρυτίδες μαζεύονται οι μνήμες. Σαν τις μοίρες. Κλίσης. Απόκλισης. Παράκλησης. Αποποιούμαι τον ρόλο. Ξεμαθαίνω τα λόγια. Το ακατανόητο των στιγμών εκείνων, επαναφέρω. Περιφέρω στο εδώ. Το εκεί, στριμώχνω σε κάτι κουτιά μεταφοράς. Κλεισμένα και αυτά στις γραμμές ενός προσώπου, που εκδιώχτηκε. Πουλημένο, κομμάτι κομμάτι. Συνεργία. Και η ψυχή δεν είναι παραδομένη σε κανένα φεγγάρι. Εναντιώνεται στην ακροβασία. Η λέξη δεν πίνεται. Εντολή που δεν ακούγεται. Σιωπής κράτημα η προδοσία. Όψεις που δεν αγαπήθηκαν. Κι όλα πάνω σε μια σκηνή, πρωταγωνιστούν. Τα βουτώ μπας και πνιγούνε. Εκεί στον πάτο ενός ποτηριού, που το μόνο που ζήτησε είναι να είναι η Θεια Ευχαριστία, για τα δυο σου τα μάτια. Και να σου δοθεί χωρίς καν εξομολόγηση…

[απορ-ρίψη ενός βέλους
που δεν καρφώθηκε τελικά
σε καμιά καρδιά…
και πως να συμ-πληρωθεί
εκείνη η ματιά;]

[photo found in deviantART]

Δεν ήταν…


Ξεστολίζομαι. Από ό,τι έμεινε. Από ό,τι άντεξα. Γυμνή μέσα σ’ ένα χρόνο που δεν χώρεσα. Όμως έζησα. Και τον πέρασα, καδένα στον λαιμό. Με ένα σταυρό να μαρτυρά, ό,τι πόνεσα. Ό,τι έκλαψα. Μπερδεμένα όλα, μέσα σε μια απλότητα στιγμών κυριολεκτικά, αμφίστομων. Που με όσα φωνήεντα, σύμφωνα κι αν γράψω, δεν γράφονται. Μεταφέρθηκα παραπλεύρως. Κι όσα κι αν έχω, λίγα φαίνονται. Λιγόστεψαν ακόμη περισσότερο μετά από ‘κεινη την βροχή. Έμπασαν. Μάζεψαν. Και στο τσιγάρο το τελευταίο, μια ολάκερη ζωή, που να με πάρει. Γόνατα πληγωμένα απ’ τις λέξεις, που πια κατηφόρισαν, και δεν πονάνε. Τον πόνο, βλέπεις, η πληγή δεν τον μετρά. Άγραφη ζωή, επιμετρήσεων αμέτρητων. Χτυπά πάνω σε πόρτες, παράθυρα. Κι όσο κι αν κοιτούσα από ‘κεινο το παράθυρο, εσύ δεν φαινόσουν. Έλειπες. Έφυγες χωρίς να το καταγράψω. Να το πιστέψω. Αλάτι έμεινε πάνω σ’ ένα κύμα, γαλανό, των ματιών σου η σιωπή. Πνίγηκα. Νικήθηκα. Ναυαγός εκ των προτέρων. Δέθηκα σε ό,τι δεν πίστεψες. Κι όλες οι κλεμμένες ζωές, έμειναν χωρίς ανάσα. Με εκείνο το γαμημένο αν. Μηνύματα στάχτες. Η λαχτάρα έμεινε όμως εκεί, που κάποτε θέλησε. Σε ‘κεινο το όνειρο που εκείνοι, οι δυο, έζησαν και το στόλισαν με την αγάπη, αγάπη μαγειρεμένη σ’ ένα φαί, σ’ ένα μικρό ταβερνάκι, στο μοναδικό τους «ταξίδι στην ευτυχία». Πόσο όνειρο σπατάλησα; Πόση ζωή ξόδεψα; Και σε όλα, μια απάντηση πια χωρά. Δεν ήταν…

[photo found in deviantART]

Αφ-αιρετική μνήμη…


Προσπαθώ να βρω μερικές επικίνδυνες λέξεις για να σου χαρίσω. Σαν κι αυτές που εσύ, έραψες πάνω στην πληγή που χάραξες πρώτα, στο μυαλό μου. Ό,τι απόμεινε από σένα είναι πια κάτι ράμματα. Να πνίγουν μέσα τους, τις φλέβες μου. Τις σκέψεις μου. Κι όλα τα αναπότρεπτα γιατί μου. Μιλούσες τόσο εκκωφαντικά εκείνη την τελευταία στιγμή που δεν μπορώ να την ξανακούσω. Γιατί παίζω ξανά και ξανά όλες τις πράξεις που μου χώρεσες. Με όση σιωπή προσέθεσες. Με όσο φεγγάρι έκλεψες. Σαν λάστιχο με εκτίναξες χωρίς να υπολογιστεί το κόστος. Και δεν ξέρω πια, τι βρήκες τόσο δαπανηρό, ώστε να έπρεπε να με ταλαντώσεις έτσι, για να σωθείς. Σώθηκες, τουλάχιστον;
Και δεκατρία φεγγάρια μετά, σέρνομαι μέσα σε μια μνήμη που τελικά κανείς δεν μπόρεσε να αντέξει. Δεν θέλησε κιόλας. Κυλά πάνω στις πληγές μου, η αμετροέπεια της ζωής, που μπορεί ο καθένας. Και φαντάζει μέσα μου, ο καθένας τους τόσο, αποτρόπαιος. Νομίζει, ότι κάποιες λέξεις με στόμφο που θα ξεστομίσει και αφού τις βουτήξει και σε λίγη σιωπή, θα γίνουν ό,τι η μνήμη μου θέλει, για να ζήσει. Για να δοθεί. Τι να δώσω όμως, όταν ξέρω το λίγο αυτής της δια-θέσης; Λες, να κουβάλησα τόση μνήμη σε τούτο το γαμημένο το μυαλό, για να δίνεται αφαιρετικά;

[και βιο-λογικά απο-σπάω πια,
κάθε αφή που με ταλαντώνει…]

‘Ο,τι κι αν έγινε…


Επέστρεψα βαμμένη με το χώμα του δειλινού. Η σιωπή δεν έφυγε. Είναι η μόνη, λες, που απορεί πώς να ζήσει; Επιλέχτηκα για την δαπανηρή σου έφοδο σε μια ζωή που δεν πίστευες. Πάνω στα χέρια μου κόλλησαν οι στιγμές που δεν θέλησες. Ζήτησα να σωθώ και πέθανα. Κοιτώ ένα παραθύρι που έκλεισες. Μένω πίσω από μια πόρτα που σκάλισα την ζωή μου. Μεταθέτω όσα δευτερόλεπτα κράτησε η διαπίστωση. Φεύγω συνέχεια με δυο βήματα σε μια ανηφόρα που μυρίζει νεράντζι. Πίνω νερό από ένα ποτήρι που άδειασες. Μαζεύω ακόμη και τώρα, όσα κατέχω. Μέρες που δεν κατανόησα. Βράδια που ήθελα. Μάτια που λάτρεψα. Κι εσύ ο μεγαλύτερος απών. Άκουσα όσα λόγια με σκότωσαν. Είπα όσες λέξεις δεν θέλησες τελικά ποτέ. Κι όλα αυτά έναν αιώνα μετά. Έναν αιώνα και κάποιες στιγμές. Προδομένη απ’ τον εαυτό που εμπιστεύτηκα. Που άγγιζα. Που έλιωνα. Γεννημένη για να με βρεις. Μεγαλωμένη για να με γεμίσεις. Και πια, δεν ξέρω που να ζήσω. Στριμώχνομαι σε κάτι κομμένες φωτογραφίες. Θυμάμαι κάποιες ματιές. Και τα χάδια μου ό,τι εγώ δαπάνησα. Εκείνο το πρωί ζήτησα για μια φορά, ό,τι ήθελα. Εκείνο το απόγευμα πήρα για εισιτήριο, τον λόγο για να πεθαίνω…

[photo found in deviantART]

Θεατρίνα…

Εσωτερικης καταναλωσης διαλογοι που συμπληρωνουν τον μονολογο της ζωης. Μιας ζωης που δεν λεει να ξεφυγει απο το κυνηγι της ματιας. Σε ματια βυθιζεται, για ματιες μετατοπιζεται, απο ματιες πουλιεται. Κι ολα μεσα σε μια γαμημενη σιωπη. Μ’ ενα τσιγαρο στο χερι. Εκει στο μικρο μπαλκονακι. Κοιτωντας μια πρασια, ποσες ανασες μπορεις να πνιξεις; Στα απλυτα δεντρα μην τις αφησεις να κολλησουν. Δεν αξιζει. Και οταν ακομη η μετατοπιση επηλθε, παλι και παλι, το ιδιο τσιγαρο στο στομα. Το τελευταιο. Πριν την φυγη. Πριν ολα μαζευτουν. Ποσα βηματα βαρια μπορουν να κουβαλησουν ακομη, αυτα τα ποδια; Ποσα καρφια μπορουν να δεχθουν αυτα τα χερια; Κι ολα για τουτα τα ματια. Δις. Και στο δις μου εκλεψαν το τελικο ς. Και τι ιστορια; Τι αμαρτια; Λαθη. Κι ολα τα στηθια δεν είναι ιδια. Κολλησα κομματια. Δεν το πιστευω. Οπως και τιποτα, πια. Κρασι κοκκινο πλεει σ’ ενα μυαλο που δεν εχει φυγει, απο πουθενα. Που ολοι ομως το διωξανε. Και τι; Το σ εμεινε. Δυσ-τυχία. Το παιχνιδι δεν ειχε αντιπαλο. Ρολοι αδουλευτοι. Μονη πανω στο σανιδι. Πιστευα οτι δεν ησουν απλα θεατης. Ηθελα να ειμαστε μαζι, κατω απο το φως του προβολεα που αγαπη ισως και να το λενε καποιοι τρελλοι, ερωτευμενοι. Αλλα δεν ηταν. Και γω τυφλωμενη, επαιρνα φωτια. Το οτι καηκα δεν είναι δικο σου αποτελεσμα. Ενα εισιτηριο εκοψες για να δεις ενα εργο. Και απλα δεν ηταν της ψυχης σου, αρεστο. Αδυναμη μετρουσα τα λογια μου, γιατι την αληθεια πως αλλιως να στην πω; Τι κι αν με εδιωξες; Ξημερωνει ακομη και σημερα που να με παρει…

[ατονο το κειμενο…
οπως και η ψυχη…]

[photo found in deviantART]