
Προσπαθώ να βρω μερικές επικίνδυνες λέξεις για να σου χαρίσω. Σαν κι αυτές που εσύ, έραψες πάνω στην πληγή που χάραξες πρώτα, στο μυαλό μου. Ό,τι απόμεινε από σένα είναι πια κάτι ράμματα. Να πνίγουν μέσα τους, τις φλέβες μου. Τις σκέψεις μου. Κι όλα τα αναπότρεπτα γιατί μου. Μιλούσες τόσο εκκωφαντικά εκείνη την τελευταία στιγμή που δεν μπορώ να την ξανακούσω. Γιατί παίζω ξανά και ξανά όλες τις πράξεις που μου χώρεσες. Με όση σιωπή προσέθεσες. Με όσο φεγγάρι έκλεψες. Σαν λάστιχο με εκτίναξες χωρίς να υπολογιστεί το κόστος. Και δεν ξέρω πια, τι βρήκες τόσο δαπανηρό, ώστε να έπρεπε να με ταλαντώσεις έτσι, για να σωθείς. Σώθηκες, τουλάχιστον;
Και δεκατρία φεγγάρια μετά, σέρνομαι μέσα σε μια μνήμη που τελικά κανείς δεν μπόρεσε να αντέξει. Δεν θέλησε κιόλας. Κυλά πάνω στις πληγές μου, η αμετροέπεια της ζωής, που μπορεί ο καθένας. Και φαντάζει μέσα μου, ο καθένας τους τόσο, αποτρόπαιος. Νομίζει, ότι κάποιες λέξεις με στόμφο που θα ξεστομίσει και αφού τις βουτήξει και σε λίγη σιωπή, θα γίνουν ό,τι η μνήμη μου θέλει, για να ζήσει. Για να δοθεί. Τι να δώσω όμως, όταν ξέρω το λίγο αυτής της δια-θέσης; Λες, να κουβάλησα τόση μνήμη σε τούτο το γαμημένο το μυαλό, για να δίνεται αφαιρετικά;
[και βιο-λογικά απο-σπάω πια,
κάθε αφή που με ταλαντώνει…]
Πολύ δυνατό …, διασαλεύει την μνήμη…!
Μία απορία είναι τελικά η μνήμη. Μια απορία της σκέψης για την ύπαρξη, για το παρελθόν που ξαναζωνταντεύει…
Οδυσσέα, ποιανού την μνήμη;
Δήμο, δεν ξέρω τι είναι πια η μνήμη… απλά δεν ξέρω…
ταλαντούχες ταλαντώσεις αποσπώμενες από τη λογική φαντάζουν αιωρήματα του ενός μετά του άλλου….