
Επέστρεψα βαμμένη με το χώμα του δειλινού. Η σιωπή δεν έφυγε. Είναι η μόνη, λες, που απορεί πώς να ζήσει; Επιλέχτηκα για την δαπανηρή σου έφοδο σε μια ζωή που δεν πίστευες. Πάνω στα χέρια μου κόλλησαν οι στιγμές που δεν θέλησες. Ζήτησα να σωθώ και πέθανα. Κοιτώ ένα παραθύρι που έκλεισες. Μένω πίσω από μια πόρτα που σκάλισα την ζωή μου. Μεταθέτω όσα δευτερόλεπτα κράτησε η διαπίστωση. Φεύγω συνέχεια με δυο βήματα σε μια ανηφόρα που μυρίζει νεράντζι. Πίνω νερό από ένα ποτήρι που άδειασες. Μαζεύω ακόμη και τώρα, όσα κατέχω. Μέρες που δεν κατανόησα. Βράδια που ήθελα. Μάτια που λάτρεψα. Κι εσύ ο μεγαλύτερος απών. Άκουσα όσα λόγια με σκότωσαν. Είπα όσες λέξεις δεν θέλησες τελικά ποτέ. Κι όλα αυτά έναν αιώνα μετά. Έναν αιώνα και κάποιες στιγμές. Προδομένη απ’ τον εαυτό που εμπιστεύτηκα. Που άγγιζα. Που έλιωνα. Γεννημένη για να με βρεις. Μεγαλωμένη για να με γεμίσεις. Και πια, δεν ξέρω που να ζήσω. Στριμώχνομαι σε κάτι κομμένες φωτογραφίες. Θυμάμαι κάποιες ματιές. Και τα χάδια μου ό,τι εγώ δαπάνησα. Εκείνο το πρωί ζήτησα για μια φορά, ό,τι ήθελα. Εκείνο το απόγευμα πήρα για εισιτήριο, τον λόγο για να πεθαίνω…
[photo found in deviantART]
Πολύ ωραίο. Από το πρώτο γράμμα μέχρι το τελευταίο πετυχαίνεις μια ολοένα και πιο μελαγχολική κορύφωση της απαισιοδοξίας…
Δήμο, και είναι τούτη η κορύφωση που την πτώση επιφέρει… χρόνια τώρα…