
Χέρια απλωμένα στα σχοινιά του μυαλού. Υγρά περιμένουν. Παραμένουν. Μέσα στο άχρονο της στιγμής, δεν αποζητούν τίποτα. Κατάσταση υπέρθεσης. Χωρίς την μεταβλητή της όποιας θέσης, πια. Συντελεστές υπαγορευμένοι. Σώματα καρφιά. Ματιές κλειστές χωρίς καμιά σκιά. Σε κάποιες ρυτίδες μαζεύονται οι μνήμες. Σαν τις μοίρες. Κλίσης. Απόκλισης. Παράκλησης. Αποποιούμαι τον ρόλο. Ξεμαθαίνω τα λόγια. Το ακατανόητο των στιγμών εκείνων, επαναφέρω. Περιφέρω στο εδώ. Το εκεί, στριμώχνω σε κάτι κουτιά μεταφοράς. Κλεισμένα και αυτά στις γραμμές ενός προσώπου, που εκδιώχτηκε. Πουλημένο, κομμάτι κομμάτι. Συνεργία. Και η ψυχή δεν είναι παραδομένη σε κανένα φεγγάρι. Εναντιώνεται στην ακροβασία. Η λέξη δεν πίνεται. Εντολή που δεν ακούγεται. Σιωπής κράτημα η προδοσία. Όψεις που δεν αγαπήθηκαν. Κι όλα πάνω σε μια σκηνή, πρωταγωνιστούν. Τα βουτώ μπας και πνιγούνε. Εκεί στον πάτο ενός ποτηριού, που το μόνο που ζήτησε είναι να είναι η Θεια Ευχαριστία, για τα δυο σου τα μάτια. Και να σου δοθεί χωρίς καν εξομολόγηση…
[απορ-ρίψη ενός βέλους
που δεν καρφώθηκε τελικά
σε καμιά καρδιά…
και πως να συμ-πληρωθεί
εκείνη η ματιά;]
[photo found in deviantART]



