Σκορπισμένες αδύναμες λέξεις…
Δεν γραφώ πια όπως παλιά. Δεν μπορώ την μια, δεν θέλω την άλλη. Είναι τόσο λίγα αυτά που πια μπορούν να φύγουν από μέσα μου. Τόσο λίγα που δεν φτάνουν ως τα ακροδάχτυλα. Δεν έχουν την παλιά τους δύναμη. Εξασθένησαν μαζί με μένα. Φθίνουσα πορεία μιας ζωής που δεν έμελλε πότε να γίνει μέλλουσα. Και είναι ώρες που μ’ ενοχλεί. Και είναι ώρες που δεν με πειράζει. Δεν λέω, είναι κρίμα κι άδικο. Ίσως όμως να είναι και το μόνο δίκαιο πράγμα στην ζωή μου. Τι λέω μου λες;
[…]
Δεν ξέρω πια. Όλα αντιφατικά γιγαντώνονται και με πνίγουν όπως και τούτη η πόλη. Βρώμικη μέσα κι έξω. Μια δυο μόνο εξαιρέσεις ισα ισα να επιβεβαιώσουν τον κανόνα. Έχει μια λάμψη, δεν λέω. Έχει μια ομορφιά κρυμμένη σε κάτι δρομάκια χωρίς λάμπες να καίνε τα βράδια. Έχει και κάτι ξεχασμένα γιασεμιά. Μυρίζουν πολύ όμως και ιδίως σε μια τέτοια αποπνικτική βραδιά κάνουν το κεφάλι μου να πονά. Κάθονται στην άκρη του μπαλκονιού μου και δεν μιλάνε. Μόνο γέρνουν δεξιά και αριστερά λες και δεν μπορούν να σταθούν όρθια απ’ το βάρος της μυρωδιάς τους. Μαζί με την σκόνη, που μόλις έχει όπως όπως ξεπλυθεί, αγγίζουν το φεγγάρι που έχει κατέβει αντικατοπτριζόμενο σε μια βρώμικη πρασιά. Γεμάτη πρασινάδα, ριζωμένη σε παλιούς τοίχους που κάποτε έλπιζαν να βαφτούν σε χρώμα άσπρο όπως και η ελπίδα. Δυο χέρια πλέκονται πάνω σε πλήκτρα που πάνω τους έχει χαραχτεί το αλφάβητο. Δυο μάτια κοιτούν αυτά τα γράμματα να γίνονται λέξεις. Και έτσι ξημερώνει. Και έτσι νυχτώνει…
[Φωτογραφία δεν στάθηκε δυνατό να βρω…
Επιτυχώς μου κρύφτηκε και αυτήν τη φορά…]
26 Μαΐου, 2009 στο 9:53 μμ
Σε εκατό σημεία του ποστ σου, ήταν σαν να μιλούσα εγώ.
Παρολαυτά, με τίποτα δεν θα γύριζα πίσω. Καλύτερα έτσι, όσες δυσκολίες κι αν εμφανίστηκαν στο δρόμο, που όχι πως δεν υπήρχαν απο την αρχή, μόνο που δεν ήθελα-δε γινόταν μάλλον, να τις δώ.
Νομίζω πως ήταν γιατί μετά τον πάτο, οτιδήποτε σου φαίνεται εύκολο κι εφικτό.
Τελικά όμως μεγαλώνουμε, δυσκολεύουμε…
Ευτυχώς, υπάρχουν αυτά τα γιασεμιά, και οι νεραντζιές-πες και για τις νεραντζιές!
Ωρες-ώρες ασφυκτιώ. Μα είναι καλύτερα με παρέα, παρά μόνη, καλύτερα εδω παρά εκεί.
Πάντως, συχνότατα, πνίγομαι.
Σε φιλώ πολύ.
26 Μαΐου, 2009 στο 11:10 μμ
Αβάστακτο όταν στοιβάζονται τα νοιώθω και τα μη-νοιώθω και δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις… και τότε η μοναξιά και η ακόμα μεγαλύτερη σιωπή γίνονται συντροφιά μας. Όμως οι λέξεις σου δεν είναι αδύναμες Βασιλική, νοιώθω τον παλμό της ζωής μέσα τους… σκόρπια μυτερά βελάκια που κτυπάνε κέντρο το στόχο και ανοίγουν μικρές χαραμάδες για να μπει φως.
Μην αφεθείς, δεν τέλειωσε… Νυκτώνει και ξημερώνει ατέλειωτα… και υπάρχει ακόμα η ευκαιρία, γιατί αυτό Είναι το Δίκαιο για σένα και για όλους καλή μου. Ήρεμο βράδυ σου εύχομαι. Και μια καινούργια ανάσα ζωής για ξημέρωμα.
27 Μαΐου, 2009 στο 12:46 μμ
Φθινοπωρινό το κείμενό σου. Μοιάζει να μιλά για ένα τέλος εποχής, αλλά όχι αυτής που ζούμε. Της ζωής μια παράξενη φάση. Μέρα καλή
27 Μαΐου, 2009 στο 11:36 μμ
Κάθε μέρα νέα μέρα είναι… Το παρελθόν ξεχνιέται κάπου στα διανυθλεντα χιλιόμετρα, μα ειναι αναγκασμενο να ακολουθει-συνδιαμορφωνει το παρον. Το μελλον δε μας ανηκει. Ζουμε μονο το παρον.
Οι μεγαλύτερες αντιθέσεις πάντα γύρω μας. Και εμείς ανάμεσα… Πολτός να γινόμασται, δίχως συναίσθηση, μέσα στη χαρμολύπη! Και έτσι νυχτώνει, και έτσι ξημερώνει…
29 Μαΐου, 2009 στο 4:11 πμ
Σαν πολύ γνωστά μου ακούγονται όλα αυτά… Δεν είσαι η μόνη, αλλά αυτό φαντάζομαι το ξέρεις ήδη.
Μήπως καμιά βόλτα στη θάλασσα πλάι, να ξεκαθαρίσουν οι σκέψεις, να φύγει κι ο πονοκέφαλος, να λυθούν και οι κόμποι, να κυλήσουν κι οι λέξεις, έστω και βουβά;
Λέω εγώ τώρα…Όχι ότι ξέρω καλύτερα.
Αλλά αν σε βγάλει ο δρόμος σε μια παραλία, μη διστάσεις. Θα με θυμηθείς.
Τις καλησπέρες μου.