Του κορμιού οι δρόμοι…

Σκέψεις τρέχουν του κορμιού σου τους δρόμους. Με φανάρια σβηστά. Σαν μηχανές που μουγκρίζουν, τα χέρια ψάχνουν χώρο στάθμευσης. Που όταν τον βρίσκουν, τον κατακτούν. Μυαλό κοκκινισμένο από πινακίδες έρωτα. Αυτιά κολλημένα πάνω σε βογκητά ηδονής. Μάτια θόλοι για προβολές ιδίας και μόνο ικανοποίησης. Κι ένα κορμί παραδομένο στα σκοτάδια, εκεί όπου κάθε ντροπή ή επιφύλαξη διαλύεται με γεωμετρική πρόοδο. Φωνές μικρές και κοφτές. Όπως και οι κινήσεις. Το στήθος πάλλεται, λες και η καρδιά θέλει κι άλλο χώρο για να ανασάνει. Η κοιλιά τεντώνεται σαν τόξο έτοιμο να στείλει τα βέλη του στης ηδονής την λήθη. Ματιές κλειστές, ντροπιασμένες θαρρείς απ’ του μυαλού τα θέλω. Εκείνα τα μυστήρια θέλω, που σε οδηγούν χωρίς ασφάλεια, χωρίς να σε κρατάνε, μόνο αγγίζοντάς σε. Ανατριχίλα στην σπονδυλική στήλη, ρεύμα 1000 βολτ. Την νιώθεις καμένη. Μυρωδιά από λάστιχο που στρίγκλισε πάνω σε καυτή άσφαλτο. Στεγνά όλα εκτός απ’ το πλημμυρισμένο υγρό κέντρο του σύμπαντός σου. Εκεί που όλα κενώνονται χωρίς καμιά δικιά σου συναίνεση. Παρατηρείς τον πόθο σου στις στροφές και ντύνεσαι μόνο με τον ίδιο σου τον εαυτό. Μπαίνεις στα υγρά σου μονοπάτια και παρασύρεσαι απ’ την δίνη τους. Παλινδρομείς χωρίς σκέψεις. Χωρίς επισκέψεις. Η μυρωδιά έντονη. Η φωνή απόκοσμη, δυνατή. Σ’ ακούς να λαχταράς εκείνο το ‘λίγο ακόμη…’ της ζωής. Του πόθου που σε αρνήθηκε. Του πάθους που σε εγκατέλειψε. Μόνη σ’ ένα κόσμο πλασμένο απ’ τα υγρά σου. Κι όλα μουδιάζουν. Όλα βουτάνε. Χάνονται. Θολώνουν. Μικραίνουν. Εκτός από τους χτύπους σου. Χτύπους που σαν καρφιά σε στηρίζουν, όταν τελειώνει η διαδρομή, στους τοίχους της μοναξιάς σαν πίνακα μιας άλλης αναγέννησης…

[Female Nude photo by Frank Tusch]