‘Ο,τι μας καίει…

Φωτιάς πανιά ξεδίπλωσα που μόλις τα έστυψα στις χίλιες στροφές ανάμνησης, πλυμμένα στους τριάντα βαθμούς θερμοκρασία σιωπής. Τα έβγαλα απ’ τον κάδο εκκωφαντικής μνήμης τραβώντας τα σαν λάστιχο, όμως πάνω στα χέρια μου αυτά τυλίχθηκαν και με κρεμάσανε από μια λάμπα αναμμένης καρδιάς, σαν φανάρι ερήμου δρόμου. Αναβοσβήνω σαν χρυσόσκονη μιας αποκριάς που λες και ποτέ δεν τελείωσε. Κι αυτά τα τόσα μικρά κομματάκια φωτιάς, μην ρωτάς, πως ξαφνικά βρεθήκανε να πλημμυρίζουν τις υπόγειες στοές των ματιών μου. Θραύσματα λατρευτικής έκρηξης είναι, που στο λεπτό μετά της, πάγωσαν. Φωτιές απλωμένες χωθήκαν μέσα σ’ ένα αθώο παγάκι ζωής. Και σ’ ένα ανυπεράσπιστο, προσφερόμενο κατ’ εξακολούθηση, ποτήρι ποτού κρυφτήκανε. Αυτό που εσύ, με το βλέμμα σαν ακόντιο, θέλησες να το τρυπήσεις για να τις δεις μια μια. Η φωτιά όμως καρδιά μου, είναι όπως και η μνήμη, όσο την ανακατεύεις τόσο αυτή φουντώνει και σε καίει, έστω κι αν σε πάγο μέσα έχει κρυφτεί…
26 Ιουνίου, 2008 στο 11:55 πμ
Γεια σου Βασιλικουλα μου αγαπημένη. Εγω εχω μπει ουτως η αλλως στην κατάψυξη. δεν κινδυνευω απο τιποτα εκει, ασε που μπορεί μετα από χρονια και καιρούς να βγω και να ειμαι φρεσκια και πιτσιλωτή..οπως τωρα..χα…χα
26 Ιουνίου, 2008 στο 7:35 μμ
@ριτσακι
οχι… αυτο δεν το πιστευω…
οσο χτυπαει τουτη η ρημαδα η καρδια, ολοι μας φωτιες καιμε και μας καινε…