Ωδή σ’ ένα κοντυλοφόρο…

Σε πήρα στα χέρια μου. Δεν κρατιόσουν εύκολα. Γλιστρούσες πάνω στο χαρτί. Εγώ πάλι δείλιαζα. Δεν μπορούσα να σε βλέπω τόσο ανυπόμονο. Τόνιζες βλέπεις την υποτονικότητα μου. Ήθελες να ελευθερωθείς. Να τελειώσεις. Εγώ πάλι ήθελα να ζήσω. Δεν ξέρω γιατί σε διάλεξα. Ίσως και λάθος να έκανα. Κι εσύ έφευγες. Και δεν έμενες σταθερός σ’ ένα σημείο. Απαλά χάραζες γράμματα. Σήκωνα τα μάτια μου για να σου ξεφύγω. Εσύ εκεί. Σχημάτιζες. Ανάμεσα στα δάκτυλα μου ανάσαινες. Δεν μπορούσα όμως άλλο να σε κρατάω. Πονούσε πια το χέρι μου όπως πονάει ένας εφιάλτης. Σ’ άφησα στην άκρη. Σηκώθηκα σιγά για να μην με καταλάβεις. Έπεσες τότε πάνω στο χαρτί και έσπασες. Χύθηκε όλο σου το μελάνι και σχημάτισες μια μεγάλη κηλίδα. Κάλυψες έτσι ό,τι έγραψες. Λες και μυστικό ήθελες να το κρατήσεις. Επέβαλες την σιωπή σου. Μάλλον καλά έκανες. Ίσως αλλιώς έπρεπε να σου είχα φερθεί. Δεν κατάλαβα βλέπεις, τι σήμαινε για σένα, σ’ ένα χέρι μέσα να υπάρχεις…
[Quill Pen and Ink Well photo by Dave L. Ryan]
18 Απριλίου, 2008 στο 11:01 μμ
Με τυρκουάζ μελάνι κατά προτίμηση. φιλιά κερασένια
18 Απριλίου, 2008 στο 11:04 μμ
μελάνη
19 Απριλίου, 2008 στο 12:51 πμ
καμιά φορά πρέπει να τον αφήνουμε να …ανασαίνει!
καλό σου σαββατοκύριακο
22 Απριλίου, 2008 στο 9:11 μμ
@ζουζουνα
οτι θες εσυ καλη μου…
χατηρια δεν χαλαμε…
@χαρης
πρεπει… ομως σιγα μην κανουμε παντα οτι πρεπει!