
Μικροί θεοί τα λόγια που η καρδιά λέει. Άγγελοι ξανθοί που στα μάτια εικόνισμα γίνονται. Μελωδία ψαλμού που σιγανά ψιθυρίζετε για να μην σε τρομάξει. Και φύγεις. Πάλι. Και πας εκεί που απέναντι μου στέκεσαι. Και με κοιτάς. Βουβός. Έχοντας ράψει μέσα στις πληγές μου και όλες μου τις μνήμες. ‘Πως όμως έτσι η πληγή θα κλείσει;’ αναρωτιέμαι. ‘Πως θα παραμείνεις εσύ αν μέσα σου εσένα δεν έχεις;’ μου απαντώ. Και κει σωριάζομαι. Πέφτω στα γόνατα. Κοιτώ έναν άδολο ουρανό. Αναφωνώ ‘Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;’ και νιώθω του θανάτου τον τρόμο. Ενός θανάτου καθημερινού. Συνεχόμενου. Επιτακτικού. Αμετάκλητου. Βασανιστικού. Τίποτα θεϊκό όμως στις σκέψεις μου. Τίποτα αγγελικό στο πρόσωπο μου. Στα χέρια μου κανένα σημάδι. Άφαντα όλα. Μαζί τους και συ. Μόνο που εγώ σε πηγαινοφέρνω. Μπρος πίσω περπατώ τις στιγμές εκείνες τις θολές. Ψάχνω στοιχεία διαφορετικότητας που ίσως και να ήταν αθωωτικά. Για μένα. Για σένα. Δεν έχει σημασία. Καταδικασμένοι ήμασταν και οι δυο. Σε άλλη ζωή. Σε διαφορετική να πορευόμαστε. Να ονειρευόμαστε. Κομμάτια σου έχω. Κομμάτια μου έχεις; Τα κράτησες; Σε κουτί με μαύρα γράμματα τα μάζεψα όλα. Χαρτιά μικρά και ατάκτως κρατημένα. Δραπέτες προγενέστερου χρόνου που σε μια δίνη του μυαλού δάκρυα γίνονται. Αντικείμενα που εικόνες ταινίας του βουβού κινηματογράφου πια είναι. Εκεί μέσα είμαι. Στοιχείο μιας στιγμής αλήθειας που δεν ξεστομίσθηκε. Που δεν ειπώθηκε. Που όμως έπρεπε. Γιατί μας έπρεπε. Γιατί μας το οφείλαμε. Δεν μας ξεπληρώσαμε. Απλά μας δώσαμε. Και τι κρατήσαμε; Μικρούς θανάτους σε στιγμιαίες αναμνήσεις…
[The City of the Drawers paint by Salvador Dali]




