Μικροί θάνατοι…

the-city-of-the-drawers.jpg

Μικροί θεοί τα λόγια που η καρδιά λέει. Άγγελοι ξανθοί που στα μάτια εικόνισμα γίνονται. Μελωδία ψαλμού που σιγανά ψιθυρίζετε για να μην σε τρομάξει. Και φύγεις. Πάλι. Και πας εκεί που απέναντι μου στέκεσαι. Και με κοιτάς. Βουβός. Έχοντας ράψει μέσα στις πληγές μου και όλες μου τις μνήμες. ‘Πως όμως έτσι η πληγή θα κλείσει;’ αναρωτιέμαι. ‘Πως θα παραμείνεις εσύ αν μέσα σου εσένα δεν έχεις;’ μου απαντώ. Και κει σωριάζομαι. Πέφτω στα γόνατα. Κοιτώ έναν άδολο ουρανό. Αναφωνώ ‘Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;’ και νιώθω του θανάτου τον τρόμο. Ενός θανάτου καθημερινού. Συνεχόμενου. Επιτακτικού. Αμετάκλητου. Βασανιστικού. Τίποτα θεϊκό όμως στις σκέψεις μου. Τίποτα αγγελικό στο πρόσωπο μου. Στα χέρια μου κανένα σημάδι. Άφαντα όλα. Μαζί τους και συ. Μόνο που εγώ σε πηγαινοφέρνω. Μπρος πίσω περπατώ τις στιγμές εκείνες τις θολές. Ψάχνω στοιχεία διαφορετικότητας που ίσως και να ήταν αθωωτικά. Για μένα. Για σένα. Δεν έχει σημασία. Καταδικασμένοι ήμασταν και οι δυο. Σε άλλη ζωή. Σε διαφορετική να πορευόμαστε. Να ονειρευόμαστε. Κομμάτια σου έχω. Κομμάτια μου έχεις; Τα κράτησες; Σε κουτί με μαύρα γράμματα τα μάζεψα όλα. Χαρτιά μικρά και ατάκτως κρατημένα. Δραπέτες προγενέστερου χρόνου που σε μια δίνη του μυαλού δάκρυα γίνονται. Αντικείμενα που εικόνες ταινίας του βουβού κινηματογράφου πια είναι. Εκεί μέσα είμαι. Στοιχείο μιας στιγμής αλήθειας που δεν ξεστομίσθηκε. Που δεν ειπώθηκε. Που όμως έπρεπε. Γιατί μας έπρεπε. Γιατί μας το οφείλαμε. Δεν μας ξεπληρώσαμε. Απλά μας δώσαμε. Και τι κρατήσαμε; Μικρούς θανάτους σε στιγμιαίες αναμνήσεις…

[The City of the Drawers paint by Salvador Dali]

Χαμένη σε μια αγκαλιά…

a-woman-grabbing-the-sun.jpg

Ότι ξεκίνησα να γράφω, το έσβησα. Δεν είχε βλέπεις και πολύ σημασία. Δεν το έβλεπα ακόμη κι εγώ η ίδια καλά. Το θάμπωνε το φως. Ο ήλιος. Γεννήθηκε μια ακόμη μέρα. Η επόμενη. Για το χατίρι μου. Και σ’ αυτό λέω να χαθώ σήμερα. Στην αγκαλιά μιας μέρας…

[A Woman Grabbing the Sun poster by Dynamic Graphics]

Στιγμές…

broken-key.jpg

Με χτύπησες και δεν άνοιξα. Με άφησα να κυλήσω σ’ ένα ποτήρι και σαν νερό με ήπια. Δεν ξεδίψασα. Δεν βράχηκαν καν τα χείλη μου. Κόλλησα στο ποτήρι θαρρείς. Πνίγηκα σε μια θηλιά. Μπλέχτηκα χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Δεν ήθελα να πάρω τίποτα κι ας έδωσα. Με κοιτούσα στο παράθυρο να γλιστράω. Σαν στάλα βροχής. Δεν έπεφτα όμως. Πόσο πιο κάτω να πάω; Στην γη είμαι. Ένα μαζί της. Χώμα. Λάσπη. Λιώμα. Σημάδι σε παπούτσια απάτητα. Χώνομαι στο χαλάκι. Έξω από πόρτες που κι αν δικές μου φαντάζουνε άλλοι τις ανοιγοκλείνουν. Άλλοι έχουν τα κλειδιά. Δεν ήταν. Παρέα πια το δεν απόκτησε. Κύκλος πρότασης που κι αυτός πάει να κλείσει. Η κιμωλία όμως δεν με χωρά. Στα χέρια σου μένω. Άσπρη σκόνη που σαν την φυσάς στον αέρα σκορπίζεται. Κι εγώ; Γραμμή πάνω σ’ έναν μαυροπίνακα. Αφαίρεση στιγμών. Αναπνοών. Κλείσιμο ματιών. Μέσα στον κύκλο μπήκα να τον σπάσω στα δυο. Δεν ήταν. Έσπασα πάλι εγώ…

[Broken Key paint by Paul Klee]

Δεν ξέρω να αγαπώ…

girl-defending-herself-against-love.jpg

Μπες μέσα στο μυαλό μου. Άνοιξε όλα τα παράθυρα. Γέμισε το με γλυκές ανοιξιάτικες μυρωδιές. Στόλισε το με ήσυχες καλοκαιρινές εικόνες. Πάρ’ το απ’ το χέρι και περπάτησε το σε ήρεμους δρόμους. Κουράστηκα. Αφήνομαι. Κράτησε με. Διώξε από μέσα του ό,τι με ταλαιπωρεί. Απομάκρυνε ό,τι με πληγώνει. Κάντο για μένα. Χάρη στο ζήτω. Αγάπησε με αν μπορείς. Αν θέλεις. Λύτρωσε με από μένα. Χάρη δεν μου χρωστάω. Τα μάτια μου κλείνουν. Έλα στο μαξιλάρι μου και κατάκτησε με. Δεν θα σου αντιταθώ. Βαλε με να σου υποσχεθώ ό,τι θες. Άνευ όρων παράδοση. Θα το κάνω. Μην γελάς. Απλά ένα να προσέξεις. Ότι δεν ξέρω να αγαπώ…

[Girl Defending Herself Against Love paint by William Adolphe Bouguereau]

Λωτός οι μέρες που κυλούσαν…

the-lotus.jpg

Νερό το φως σκέπαζε τα πάντα. Κουβέρτα ζεστή για ένα σώμα κρύο. Για ένα μυαλό απών. Κινήσεις ίδιες και απαράλλακτες. Αμετάλλακτες. Δεν ήταν εκεί κανείς. Επτασφράγιστο μυστικό η ζωή. Λίμνες τα μάτια. Σταγόνες μέσα τους τα δάκρυα. Γνώριμες και οικείες έπεφταν εκεί που καλά αισθανόταν. Κυλούσαν. Σε ότι είχε μείνει. Απομείνει. Το βάρος όμως πια είχε γίνει ασήκωτο. Όλων. Το κορμί ανήμπορο να δεχθεί οτιδήποτε άλλο. Τιναζόταν. Δεν ήξερε το γιατί. Δεν ήξερε το πώς. Ο χρόνος αγκαλιά για ό,τι πονά. Διακοπή. Αυτό ορίστηκε. Αυτό καθορίστηκε. Μια στάλα τότε μοναχά κύλησε, επαίτης ενός λεπτού ζωής. Μια στάλα από έναν λωτό που διαλύθηκε μέσα μου μήπως και ξεχάσω, μήπως και ξεχαστώ…

[The Lotus photo by Andy Neuwirth]

Το συνταγολόγιο μου μέσα…

pastry-chef.jpg

Υπάρχει για όλα συνταγή; Υπάρχει για όλα δόση; Λες να είναι η ζωή γλυκό για να μπορέσεις να μετρήσεις εκ των πρότερων τα υλικά της; Δεν νομίζω. Δεν μπορείς να κρατήσεις καμιά αναλογία υγρών και στερεών. Ότι σου βγει λοιπόν. Ότι μπορέσεις, όπως μπορέσεις. Αλλά μόνος σου. Γιατί είναι που είναι η γαμημένη κομματάκι αλλόκοτη, αν και άλλοι μπλεχθούνε το σιρόπι τότε δεν πρόκειται να δέσει με τίποτα. Άσε που θα σου ζητάνε και κομμάτι της. Πως; Αφού βοήθησαν. Πιστεύουν ότι έτσι αυτομάτως έχουν δικαίωμα. Όχι στα δικά μου τα γλυκά παίδες. Όχι στην δική μου την ζωή. Μόνη μου ό,τι κάνω. Μόνη μου θα το περπατήσω. Μόνη μου θα το δω να μην φουσκώνει. Μόνη μου θα το γευτώ. Θα σας δώσω. Αλλά ότι και όποτε και όπως θέλω εγώ. Δικαίωμα σε κανέναν. Έτσι λειτουργεί το δικό μου συνταγολόγιο…

[Pastry Chef paint by Stephanie Marrott]