
Το παρόν ιστολόγιο σβήνει για λίγο τα φώτα, κατεβάζει τα παντζούρια, ρίχνει ένα σεντόνι στα έπιπλα και απομακρύνεται.
Ανακαινίζει την ψυχή του…
[Soft Winds paint by Daniel Pollera]

Το παρόν ιστολόγιο σβήνει για λίγο τα φώτα, κατεβάζει τα παντζούρια, ρίχνει ένα σεντόνι στα έπιπλα και απομακρύνεται.
Ανακαινίζει την ψυχή του…
[Soft Winds paint by Daniel Pollera]

Δεν της επέτρεπε πολλά. Δεν ήθελε τίποτα. Ζητούσε μόνο ότι σε αυτό μέσα ένιωθε καλά. Μικρά πράγματα δηλαδή. Ήταν ευχαριστημένη έτσι. Ήταν δίκαιη έτσι. Με αυτήν. Με την ψυχή της. Της μιλούσε πολλές φορές. Της αντιμιλούσε άλλες τόσες. Διάλογοι μονόλογοι. Δεν την πείραζε. Δεν το ένιωθε άδικο. Απλά την πλήγωνε. Πληγωνόταν εύκολα. Δύσκολος άνθρωπος. Μικρός όπως και τα θέλω της. Όπως και τα πρέπει της. Όπως και η ψυχή της.
Περπατούσε με μεγάλα βήματα. Μια ζωή βιαζόταν. Το επόμενο ήθελε. Ίσως γιατί το τωρινό δεν της έπρεπε. Πέρασε πολλά για αυτό το επόμενο. Είχε μόνο το τώρα. Πίστεψε πολύ στο τώρα όταν πριν ήταν. Πιο πολύ το πίστεψε και απ’ την ψυχή της. Για αυτό και την έδωσε. Όταν μετακινήθηκε ξέχασε να την πάρει. Τώρα που το σκεφτόταν είδε ότι δεν ήθελε. Ήταν καλά εκεί. Είχε μάθει να είναι εκεί. Μπορεί το σώμα της να κούνησε αλλά μια ψυχή πως την κουνάς; Ιδίως όταν βαριά είναι από θύμησες. Έτσι η αποκοπή ήταν επιβεβλημένη. Έβλεπε μέσα της το είδωλο της. Έβλεπε μέσα της εσένα. Η απόσταση στο όνειρο εκμηδενίζεται. Μην ακούς τι λένε. Και αυτή δεν άκουγε. Δεν έβλεπε. Να δει τι;
Μιλούσε πάντα δυνατά. Σιωπούσε ακόμη δυνατότερα. Ο αντίλαλος του άδειου, του κενού τώρα την ακολουθούσε. Σε βιτρίνες έψαχνε αυτό που στο μυαλό της φάνταζε πια, σαν το ιδανικότερο. Ώσπου μια μέρα το είδε. Το σκέφτηκε πολύ. Στο τέλος το έκανε δικό της. Η μεταφορά εύκολη. Μικρό ήταν και αυτό. Η τοποθέτηση εύκολη και αυτή. Αυτά δεν την δυσκόλευαν. Το έβαλε κοντά στην πόρτα. Το καθάρισε καλά. Έλαμπε και αυτό και τα μάτια της. Το τόσο δα μικρό της ραφάκι ήταν γεγονός. Αν κάποτε η ψυχή της, της χτυπούσε την πόρτα, είχε πια μέρος να την βάλει…
[Tree Dimensional Shelf. Tree Dimensional Shelf is a sculptural shelf using Blizzard´s new material performances to highlight and pay tribute to this natural structure and essential living being. Sculpture made with a tree and Blizzard transparent shelves, size depending on each tree, designed by Miguel Duarte in March 2006.]

Κρύβεσαι συνεχώς πάνω σε λόγια. Ξημέρωσε. Κάθομαι και κοιτώ. Τόσο απλά. Έτσι απλά. Μερικές φορές αν ανεξήγητα αντιδρώ, συχώρα με. Δεν το επιδιώκω. Κατά πάσα πιθανότητα με διώκω. Με διώχνω. Με απομακρύνω. Εσύ δεν με ενοχλείς, κάτσε. Πάρε την καρέκλα και απέναντι μου φανερώσου. Πιάσε με τα χέρια σου την κούπα καφέ που σου έφτιαξα. Περίμενε να ανάψω ένα τσιγάρο για να μπορέσεις σιωπηλά να μιλήσεις.
Μόλις κύλησε ένα ακόμα πρωινό.
Μετά θα έρθω και ησυχία θα στρώσω στο τραπέζι. Τα καλά μαχαιροπήρουνα θα βγάλω. Αυτά που πάνω τους δεν χαράζετε τίποτα. Αχάρακτα. Άρρηκτα. Σαν σύνδεσμοι οστών που δεν λυγάνε. Σαν και σένα. Μείνε να φάμε. Άναψε το κερί με τα μάτια σου. Πιάσε τα καλά ποτήρια. Σήμερα λέω να τα κάνουμε να βγάλουν τους καθάριους ήχους τους, μαζί. Τα πιάτα περιμένουν το χάδι σου. Την παρηγοριά σου. Θα ετοιμάσω κάτι γρήγορο. Εύκολα δύσκολο. Όπως πρέπει να είναι μια απόφαση. Έτσι θα το κάνω. Για να σε ευχαριστήσω. Για το ότι ήρθες. Ή καλύτερα για το ότι έμεινες.
Μόλις κύλησε ένα ακόμη μεσημέρι.
Άνοιξε την τηλεόραση. Από αυτά που έχει τίποτα δεν θα κοιτάξω. Ούτως ή άλλως δεν έχει και τίποτα να τάξω. Τα έδωσα όλα. Δυο φορές ήταν αρκετές. Τάματα. Χάντρες χρυσές στης Παναγιάς την ποδιά. Εκεί αφέθηκα. Ο ύπνος δεν αργεί να σε γαληνέψει. Μωρού ανάσα βγήκε. Μην κινείσαι. Να σε σκεπάσω θέλω. Μισώ το κρύο. Μια σκέψη κάνω. Δυο αστέρια να κατεβάσω, στα μάτια μου να τα κολλήσω και έτσι να μείνω όλο το βράδυ. Και συ εκεί. Να κρύβεσαι συνεχώς πάνω σε λόγια.
Μόλις κύλησε ένας ακόμη αιώνας…
[Hidden secrets paint by Aroon Duncanson, Megan]
Ορισμός:
Είδος περιστροφικής κίνησης ενός σώματος ως προς άξονα που διέρχεται από ένα τυχαίο σημείο* του σώματος (και όχι από το κέντρο βάρους του).
*σημείο λες να είναι η ψυχή μου;
[το τραγούδι είναι του συγκροτήματος Lost Bodies]
Γκρεμός οι σκέψεις. Βάθος αμέτρητο και απύθμενο η διαδρομή τους. Με πάνε εκεί όπου το κουράγιο στέρεψε. Αποτελειώθηκε. Μαζί του κι εγώ. Δεν μπορώ άλλο τίποτα να πω πια. Μαχαίρια κοφτερά τα μάτια μου, σκίζουν όλες τις εικόνες. Οπισθοδρομώ χωρίς την πορεία να ορίζω. Στις λωρίδες τους υπάρχω. Στα κομμάτια τους υφαίνομαι. Των εικόνων. Ξες δεν μπορώ πια να με δω στον καθρέπτη. Άλλη είμαι. Άλλη ήμουνα. Εκείνη προσπάθησα. Αυτήν βιώνω. Δεν ξέρω αν σωστή είναι σε τίποτα πια. Για την εικόνα μιλάω. Εκείνη την γλυκιά. Την έδωσα όταν δόθηκα. Όταν καταδόθηκα σε λογαριασμούς που από παλιά κρατούν το χρέος. Δεν ήθελα. Δεν μπόρεσα. Το γιατί μου το ρώτησα αλλά δεν απαντήθηκα. Δεν γινόταν πια τίποτα. Έτσι έφυγα για όπου το πρέπει κατοικεί. Γιατί το θέλω το έδιωξα. Το έστειλα αλλού για να μπορέσω επί των πραγμάτων λύσεις να βρω. Ό,τι θέλησα το έθαψα. Τουλάχιστον αυτό να είναι εκεί που γνωρίζω. Γιατί όλα τα αλλά άγνωστα είναι. Και το άγνωστο φοβίζει. Και το άγνωστο δεν ελπίζει. Ίσως για μένα τούτη η λειτουργία να μην είναι Κυριακής. Να μην είναι γιορτής. Του Θεού τα πράγματα, έλεγα μικρή. Πια δεν μπορώ να πω τίποτα. Ποιος Θεός; Ποια πράγματα; Για μένα ό,τι φτιάχτηκε δεν ήταν. Ό,τι προσπάθησα δανεικό. Με επιτόκιο βαρύ. Με αποπληρωμή μαχαίρι. Για χρόνια πολλά. Όχι γιορτής. Το είπαμε. Τραβώ από μέσα μου ότι έχει απομείνει. Δεν είναι κάτι σπουδαίο. Μια ψυχή στάχτη. Μια καρδιά πέτρα. Μια σιωπή πνιγμός. Μια ματιά ομίχλης. Δυο χέρια κουρασμένα. Δυο πόδια ανήμπορα. Με αισθήματα να έχουν εγκαταλειφθεί. Τι κάνω εδώ; Ότι μπορώ μόνο. Αυτό. Από δω έως εκεί. Βήμα βήμα. Επανάληψη λήψης αποφάσεων. Λήψη φάσεων. Αυτό που απογύμνωσα ας δω. Κι από αυτό ας καταφέρω να κρατηθώ. Για όλα τα άλλα δεν μπόρεσα. Βλέπεις εκείνο το ‘και γράμματα γνωρίζω’ δεν κατάλαβα και έτσι το υπόγραψα, δις…
[Φωτογραφία δεν μπόρεσα να βρω, βλέπεις δεν ήξερα που να ψάξω…]

Χθες γυρνώντας από μια γωνιά που λόγια μαζεύτηκαν δεν σε είδα πουθενά. Έλειπες και γω σκοτείνιασα. Είχα ώρα μείνει εκεί που ο κύριος Ξανθούλης έλεγε ότι μέχρι τώρα δεν είχα ξανακούσει. Αισθάνθηκα τόσο μικρή που μετά με γύρευα σε ποτήρια κατακόκκινα από κραγιόν κυριών που την ώρα τους ίσως και να θυσίαζαν. Μπορεί και τις ίδιες αλλά μάλλον γι’ αυτό κανείς δεν θα νοιαστεί.
Φεύγοντας και αφού με είχα μαζέψει από όπου είχα σκορπιστεί σταμάτησα εκεί, στο κόκκινο. Χωρίς να ξέρω τι θα έπρεπε από κει και πέρα να κάνω. Δεν θα συνέχιζα αν κάποιος ανίδεος περί των σκέψεων μου δεν με έσπρωχνε απαλά. Με ξύπνησε ξες η συγνώμη του. Μια απολεσθείσα ευγένεια σαν ξεχασμένη βαλίτσα σε αεροδρόμιο αδειανό από μάτια.
Έτσι σταματημένη σε φανάρια κόκκινα, έψαχνα την εικόνα που μέσα της θα σ’ έχει. Που στο περίγραμμα της κορνίζα άλικη θα υπάρχει. Φωτιά τριγύρω και μέσα εσύ. Δυο μάτια ζωή κι ανάσα. Περαστικοί με κοιτούσαν απρόσμενα και με συμπάθεια. Λες στα μάτια μου να σε είδαν; Λες στα χείλη μου, που έχει ξεραθεί το όνομα σου, να αναγνώρισαν και δικά τους γκρεμισμένα όνειρα;
Πάω και έρχομαι. Ακόμη. Για όσο θα το πράττω συγνώμη και γω σου ζήτω. Δεν θέλω να σε σπρώχνω μέσα μου για να χωρέσεις.
Σκεφτόμουν αυτό που άκουσα για κάποιους κήπους. Που στεγανά καλύπτουν μια ζωή, που υποθάλπτουν αισθήσεις και παραισθήσεις. Που γεμίζουν ψευδαισθήσεις όσους τους ονειρεύονται. Δεν ονειρεύτηκα ποτέ μου έναν κήπο. Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι μέσα του ασφαλής μπορώ να ζω. Στα χέρια σου. Μόνο σε αυτά και γι’ αυτά. Σε αυτά λοιπόν και εκεί που μεγάλωσα. Εκεί που τα κλαράκια μου μάζεψα. Σε μια φωλιά μικρή όσο και το βλέμμα μου. Τακτοποιημένη ζωή. Άτακτη φυγή.
Στα λεωφορεία θολωμένα τζάμια από ανάσες διπλανές. Πάνω τους δακτυλιές από κείνους που πίσω μένουν και με τα ακροδάκτυλα τους μια τελευταία αίσθηση προσπάθησαν να αποζητήσουν. Η επιστροφή πάντα πονά. Στην τσάντα μου χωμένος ο μικρός μου θησαυρός. Μια αφιέρωση που ποτέ δεν την περίμενα. Φράση απ’ το βιβλίο που ευλαβικά κρατούσα και ταπεινά ζήτησα.
‘Διαλυθήκαμε μάλλον από αφηρημάδα..’ του είπα να μου γράψει και ο κύριος Ξανθούλης το έκανε, βάζοντας όμως και τρεις λέξεις ακόμη στην συνέχεια ‘αλλά δεν βαριέσαι…’
Ήταν όμορφη βράδια. Γλυκιά. Κι ας έκανε ο νοτιάς βουή τις σκέψεις μου. Τουλάχιστον τις ελευθέρωσε…
Χθες το βράδυ στο καφέ του βιβλιοπωλείου Ιανός στην οδό Σταδίου 24 στο κέντρο της Αθήνας έγινε η παρουσίαση του βιβλίου ‘Του φιδιού το γάλα’ από τον συγγραφέα του, κο Γιάννη Ξανθούλη. Μια λέξη μόνο θα πω. Μαγεύτηκα…
[North Wind paint by Chris Paschke]