Στο μεταίχμιο του χρόνου…

jigsaw-puzzle.jpg

Τα χέρια πονάν από καιρό, ίσως και από τον καιρό, δεν θα έπρεπε λοιπόν ασκόπως να κουράζω κορμί και μυαλό, μια φορά θα ήταν πρέπουσα δεν λέω αλλά και καθόλου αισθητή η απουσία δεν θα γίνει εφόσον η φωνή τελικά μόνο μέχρι μέσα ακούεται και ο ουρανός έτσι σιωπά και αυτός συγκαταβατικά, να μου πει τι; μην το κάνεις; δεν είναι σωστό; και γιατί να ξέρει αυτός απ’ τα σωστά και τα πρέποντα; επειδή ψηλά βρίσκεται δικαίωμα δεν έχει περισσότερο από εμένα που ψάχνω σε σκουπίδια να βρω κομμάτια παζλ, γιατί κάποιος κάπου κάποτε τα πέταξε εκεί για να μπορέσω εγώ μετά να τα ψάξω, ίσως επειδή ήξερε ότι πάντα έψαχνα εκεί που έπρεπε, μέσα σε άμετρες σκέψεις που από λόγια παλιά έγιναν ζωή και τώρα την βλέπω να θρυμματίζεται σιγά σιγά, μένουν κανά δυο κομμάτια άφαντα αλλά να, κοίτα ένας κουβάς πιο δίπλα είναι, καλό μέρος δεν λέω, σε καλή περιοχή, καθαρή και περιποιημένη, κοίταξα εκεί αλλά δεν βρήκα, τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά, αυτός που δίπλα μου όμως πέρασε κρατούσε δυο κομμάτια που βλέποντας τα κατάλαβα ότι από μένα δεν λείπανε έτσι λοιπόν ας προσχωρήσω με δυο λειψά κομμάτια, στο μέρος της καρδιάς και του μυαλού είναι, πόσο μπορεί ελλειπτικά να φαίνονται; θα γίνει τελικά η επιθυμία έλος για τις λέξεις μου; το σκέφτομαι δεν λέω αλλά ίσως καλό θα ήταν να βρω και αυτά τα δυο τελευταία κομμάτια και μετά, είμαι δεν είμαι ούτως ή άλλως διαφορά καμιά…

[All by myself από την φωνή της Shirley Bassey]
[Jigsaw Puzzle poster]

Καθισμένη στην άκρη του ουρανού…

girl-hanging-on-to-moon-ornamented.jpg

…έριξε το πόδι της ανέμελα στο κενό. Κρατούσε στο ένα της χέρι το φεγγάρι. Το κρύο την κρατούσε ζεστή. Σαν την κουβέρτα της μαμάς της την σκέπαζε. Μύριζε γλυκά σαν κανέλα, σαν φρεσκοψημένο κουλουράκι. Στ’ άλλο της χέρι κρατούσε ένα παλιό παιχνίδι. Αυτό που κάτω απ’ το δέντρο έμπαινε πάντα σαν ευχή. Τον Αη Βασίλη να φέρνει κάθε χρονιά. Ένα παλιό τρενάκι, παλιό όπως και οι αναμνήσεις της. Κοιτούσε ψηλά στον ουρανό. Τα αστέρια της έκαναν παρέα. Στις καμινάδες των σπιτιών οι μυρωδιές της μιλούσαν για τις ιστορίες που έζησαν τόσα Χριστούγεννα τώρα. Τα παράθυρα κουραμπιέδες, αχνισμένα απ’ την ζέστη σχημάτιζαν μια όμορφη γιρλάντα με χαμόγελα. Το φως πριν λίγο σβήνοντας, βύθισε στο σκοτάδι του ό,τι να ξεχαστεί έπρεπε και στο άναμμα του υποσχέθηκε πιο λαμπερό να γίνει. Άνθρωποι αγκάλιαζαν και φιλούσαν μια ακόμη χρονιά. Έναν νέο χρόνο που στα μάτια των δικών τους κρεμούσαν, σαν τάμα στην Παναγιά. Δεν άργησε το δάκρυ της να κυλήσει. Στα χέρια της ξέπεσε. Το φεγγάρι πιο φωτεινό τότε λες και έγινε. Η κουβερτούλα της φτιάχτηκε ξαφνικά σαν κούνια παιδική που την νανούριζε. Το τρενάκι ξεκίνησε και αυτό να σφυράει. Από τον σταθμό λες και έφευγε για ταξίδι σε χώρα ονειρεμένη, σε χώρα που τα ξωτικά φτιάχνουν τα δώρα. Ξεφύσηξε λυπημένη. Άχνη από κουραμπιέδες τότε σηκώθηκε σαν χιόνι να έπεφτε. Κοίταξε γύρω δυο μάτια μπας και δει. Γιατί έπρεπε και αυτή το τάμα της να κρεμάσει…

[Girl Hanging on to Moon Ornamented paint by Susan Mitchell]

Ευχή για όλους σας…

christmas-tree.jpg

 

Το εφικτό μιας πράξης μερικές φορές είναι αδύνατον. Θα ήθελα ξεχωριστά τον καθένα σας να ευχηθώ. Αλλά είναι δύσκολο. Έτσι μια ευχή σε όλους σας θα πω…
Γλυκές Γιορτές να έχετε
&
οι ευχές μου σκαλοπάτια για ν’ ανεβαίνουν οι επιθυμίες σας…

[White Christmas by Irving Berlin ~ Instrumental]
[Christmas Tree paint by Carol Robinson]

Πεπρωμένου ευχή…

life-in-a-wish-bowl.jpg

Από το μέσα των χεριών η ανατριχίλα. Ως το κεφάλι προχωρά. Ο ήχος είναι στο σβέρκο μου και με πονά. Δεν θέλησα τίποτα άλλο. Μόνο αυτό, που να το πω πια δεν μπορώ. Η λέξη δεν θέλει να ειπωθεί. Για τούτο ευθύνη δεν έχουμε καμιά; Αν τύχει και έρθει ο Αη Βασίλης από σένα πες του ότι εγώ δεν θέλω τίποτα. Μου έδωσε ότι ήταν. Να μην περάσει. Κλειστά θα είμαι. Την ευχή μου την έκανα αλλού και λόγος δεν του πέφτει κανένας. Τι ζήτησα; Να γράφεται πια χωρίς ήττα η ζωή μου…

 

[Το πεπρωμένο από την φωνή του Γιώργου Νταλάρα]
[Life in a Wish Bowl paint by Samy Charnine]

Πίνακας χωρίς χρώματα…

soul-water.jpg

Στάζω. Βράχηκα και σήμερα. Πότισα μέχρι μέσα. Μέχρι εκεί που το νερό στάλα στάλα εξατμίζεται. Μέχρι εκεί που με καις. Δεύτερο δέρμα η βροχή. Στάλες μικρές παντού γύρω. Κοροϊδεύοντας την μικρότητα τους πέφτουν τρελά. Ανυπολόγιστα. Δεν καρτερούν σε κανένα δρόμο. Δεν περιμένουν σε κανένα φανάρι. Αέναος ο δρόμος τους. Από εκεί μέχρι εδώ. Μέχρι μέσα μου. Πόσες στάλες αντέχει μια σιωπή; Πόσους ήχους έχει μια στάλα; Ψίθυροι πέφτουν δίπλα μου. Στα χέρια μου η διαδρομή ενός κόσμου. Του κόσμου μου. Στάζει. Βλέπεις, βράχηκε και σήμερα…

 

[Soul Water I paint by Maurice Evans]

Σε ό,τι σε βλέπω θα με βλέπεις…

heart_of_snow.jpg

Το χιόνι από πάντα μου άρεσε. Η υφή του. Το χρώμα του. Το άχρωμο. Που τόσα χρώματα όμως περιέχει. Μου άρεσε, αν και με πάγωνε, να το κρατώ και να λιώνει. Να γίνεται νερό. Να κυλά και να χάνεται. Στοιχείο από στοιχεία. Και αυτά ψάχνω και σήμερα. Σε σημεία άγνωστα. Γνωστά να γίνουν. Δεν μπορώ. Δεν δύναμαι να ταυτίσω. Να ταυτιστώ. Δεν επιθυμώ τίποτα. Άφησε με μόνο το χιόνι να κρατώ. Να παγώνω. Να λιώνει. Να κυλά. Δάκρυα να γίνεται από τα μάτια του χρόνου που πέρασε. Που φεύγει. Πάντα όλα φεύγουν. Ακόμη και εγώ. Περνάω και γδύνομαι στιγμές. Μια ταυτότητα από γράμματα. Από αριθμούς. Ένας χρόνος ακόμη λοιπόν πέρασε. Έδωσε. Πήρε. Και εγώ στο ταμείο να περιμένω. Θεατής από ζωές που μετρίασαν τα γιατί τους. Και εγώ σε μια γωνιά. Αυτά που έζησα να κρατώ. Ότι ήρθε αγαπήθηκε. Αγκαλιάστηκε. Το ξέρεις και το ξέρω. Όμως τελικά αυτό που έμεινε ήταν εγώ να περιμένω σε μια γωνίτσα με μια χούφτα χιόνι στο χέρι. Αυτό να μου άξιζε μπορεί. Αλλά να. Ξες. Δεν ήθελα για σένα κάτι τέτοιο να αξίζω. Αυτό. Αυτό μόνο ό,τι κι αν αξίζει…

[...]

Κράτα μια μπάλα χιόνι. Όχι μεγάλη. Από αυτές τις χριστουγεννιάτικες. Νιώσε το κρύο της. Το δικό της. Γιατί εσένα σου καίει το χέρι. Μετά δες πως αυτή λιώνει. Μικραίνει. Χάνεται μέσα από τα δάκτυλα σου. Όσο κι αν σφιχτά τα κρατήσεις αυτή χάνεται. Μετά σκύψε πάνω από τον καθρέπτη νερού που σχηματίστηκε. Δες με. Χαμογέλασε μου. Μίλησε μου. Θα σε αγγίξω. Θα πάρω την μορφή που στο όνειρο σου, μου έδωσες. Θα μπω μέσα σου. Και εκεί θα ξαναλιώσω. Στα σίγουρα…

 

[Heart of Snow paint by Edward Robert Hughes]