Δεν είναι ότι ήθελες, είναι όμως κάτι…

Κατηφόριζε γνώριμους δρόμους. Γνωστούς. Με ονόματα όλοι. Γνωστά και αυτά. Δεν έκανε καμία σκέψη. Μόνο περπατούσε. Έστριψε αριστερά μέσα στην παλιά αγορά. Κλειστή. Προχωρημένη η ώρα. Μαγαζάκια με κάθε λογής μικροπράγματα. Τον χώρο τους τώρα καταλάμβαναν τραπεζάκια από τα διπλανά ουζερί. Με καθαρά στρωμένα τραπεζομάντιλα. Με μια μυρωδιά φρέσκου. Νόστιμου. Τα προσπέρασε με σκυμμένο το κεφάλι. Ό,τι ήταν να κρατήσει στο μυαλό της, ήταν ήδη εκεί. Μια ολόκληρη γειτονιά τούτη η πόλη. Τούτο το κέντρο. Δεν ήθελε να δει τίποτα παραπάνω. Τίποτα άλλο. Τα ήξερε όλα. Ήταν μέσα της. Εκεί που μένουν οι αναμνήσεις. Στην καρδιά. Στην ψυχή. Πέρασε από μαγαζιά που ψώνιζε. Χαιρέτησε γνωστούς ανθρώπους. Τους χαμογελούσε. Χαμόγελο χαιρετισμού σε μια ζωή. Σε πράγματα που ζωή ίσως τα ίδια να μην είχαν, αλλά ήταν δικά της. Έτσι τα πίστευε, έτσι θα έμεναν. Κλεισμένα σε ένα μικρό κουτάκι. Με γαλάζιο καπάκι. Σαν ουρανό. Σαν θάλασσα. Με κόκκινη κορδέλα. Σαν δειλινό. Σαν φιλί…
αφιερωμένο στην πόλη που λατρεύω, στην Θεσσαλονίκη…
[πίνακας της Λευκής Χρηστίδου με τίτλο "Καπάνι" ακουαρέλα,
Δημοτική Πινακοθήκη, Δήμος Θεσσαλονίκης]