
Όταν είναι άδεια είναι σκοτεινά. Όταν είναι σκοτεινά μαζεύεσαι σε μια γωνιά. Μικραίνεις. Δεν μπορείς να δεις. Δεν μπορείς να ανασάνεις. Δεν λειτουργείς σε φυσικές ανθρώπινες διαστάσεις. Όταν είναι μικρά είναι και φοβισμένα. Πιο λίγα εξ’ ορισμού. Όρια που επιλέγουν τις κινήσεις.
Λίγη στο μικρό, ανήμπορη στο μεγάλο. Οι σκέψεις διαλύονται για να χωρέσουν απ’ το παράθυρο. Φεύγουν μια μια και αυτές. Τις περιμένει έξω ένα χέρι ξένο για να τις μεταφέρει απλά αλλού. Μετακόμιση. Μετοίκηση. Το άδειο όμως μένει μέσα. Και μαζί του και συ. Πέρασαν όλα από μια ματιά, σε μια ζωή.
Δεν μπορείς να βρεις άκρη πουθενά. Όλα κομμένα και αποκομμένα. Αισθήματα κενά, καινά. Φόβος και για τα δυο. Η μέρα έρχεται μόνο και μόνο για να φέρει το επόμενο βράδυ. Το επόμενο σκοτάδι. Η γωνίτσα το μόνο σταθερό σημείο. Εκεί το μυαλό, η καρδιά, η ψυχή. Όλα να χωρέσουνε σε ένα σημείο; Σημείο που δεν είναι όμως το δικό σου. Σημείο που δεν ήταν όμως αυτό, για το οποίο πάλεψες για τόσο, για όσο.
Άλλο ήταν, άλλο άξιζες, άλλο είναι. Η διαφορά έντονη. Όσο και το άδειο. Όσο και το σκοτεινό. Όσο και το λίγο. Όσο και συ, πια…
[Dark Woods paint by Seth Romero]




