Ψυχής τελείες τρεις

white_dot.jpg

Δεν θα πω τίποτα άλλο τελεία απλά θα μείνω εδώ κόμμα να ονειρεύομαι όλα αυτά που κάποια στιγμή θελήσαμε κόμμα να μυρίζω ότι αφέθηκε από πριν κόμμα να μιλάω με λέξεις παλιές τελεία τίποτα δεν ήταν όπως πίστεψα αλλά και πάλι ήταν όνειρο για μένα τελεία έτσι το βλέπω τελεία έτσι το νιώθω τελεία και αυτό τίποτα δεν το θα αλλάζει κόμμα όσο κι αν χάθηκαν όλα μέσα σε λάθη τελεία και παύλα

 

[White Dot paint by Wassily Kandinsky]

Η σκηνή των σκέψεων…

actress.jpg

Το έργο τελείωσε. Τα φώτα έσβησαν. Το χειροκρότημα σιώπησε. Η αυλαία έπεσε. Εγώ έμεινα όμως εκεί. Ακίνητη. Παγωμένη. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν να ξεκινήσω από το τέλος. Ναι. Να ξεκινήσω από εκεί που τελείωσαν όλα. Βήμα βήμα να πάω προς τα πίσω. Να δω και πάλι όλη την διαδρομή. Όλες τις σκηνές. Μια μια. Να δω που στεκόμουν. Να δω που σκεφτόμουν. Να δω που μιλούσα. Να δω που άκουγα. Να δω που έκλαιγα. Να δω που φώναζα. Να δω που σιωπούσα. Να καταλάβω. Να αντιληφθώ τι μου ξέφυγε. Τι άφησα ανείπωτο. Τι έδωσα λίγο. Τι πήρα πολύ. Να δω γύρω μου. Να δω μέσα μου. Να ηρεμήσω. Δεν μπορεί να μην γίνεται. Δεν γίνεται να μην μπορείς να περπατήσεις προς τα πίσω. Διαδρομή σου είναι στο κάτω κάτω. Εσύ την έφτασες εδώ, εσύ μπορείς να την πας και προς τα πίσω. Με το μυαλό, έστω. Με την ψυχή. Με την καρδιά. Να την λυτρώσεις. Να της τα δώσεις όλα και πάλι, να τα ζήσει. Κι ας πονάει. Κι ας πόνεσε. Μόνο να καταλάβω τον ρόλο μου θέλω, γαμώτη μου.
Αλλά κι αν τον καταλάβω, τι θα καταλάβω; Τα ίδια πάλι θα λάβω. Γιατί σε όλο αυτό δεν ήμουν μόνη. Δεν ήμουν. Δεν μπορεί να ήμουνα. Ήταν όλοι εκεί. Ο καθένας μας σε ρόλο που του δόθηκε. Και ο καθένας μας τελικά σε ένα ρόλο που του παραδόθηκε…

 

[Actresses paint by Max Beckmann]

Χτίζω μια θάλασσα γύρω μου…

white_dress.jpg

Παίρνω χρώματα του μυαλού και τα ρίχνω με μανία στους τοίχους. Να γίνουν εικόνες. Εικόνες ήρεμες για να χαθώ. Μέσα τους. Να σωθώ. Βουτώ τα χέρια μου στα χρώματα και αγγίζω τους ζεστούς τοίχους. Προσπαθώ. Να στρώσω την άμμο. Να γεμίσω την θάλασσα. Να βάλω ένα άσπρο καραβάκι πάνω της και να του φυσήξω τα πανιά απαλά. Να κρεμάσω έναν ήλιο. Να ρίξω μυρωδιές σαν χρυσόσκονη. Να μυρίσει καρπούζι. Να χυθεί ένα λινό άσπρο φόρεμα πάνω σε ένα κορμί. Να ξεφύγει ένα γέλιο και να χαθεί μέσα σ’ ένα κοχύλι. Να σχηματίσω ένα εγώ αρμονικό με όλα αυτά. Να χτίσω μια θάλασσα γύρω μου και να χαθώ εκεί…

 

[Reclining Nude in a White Dress paint by Henri Matisse]

Ο χρόνος είναι γένους αρσενικού…

the_three_ages_of_woman.jpg

Η αίσθηση που είχε μόλις ξύπνησε ήταν του κενού. Του άδειου. Του άχρονου. Την προσπέρασε όμως και πήγε στο μπάνιο. Πλύθηκε. Κοιτάζοντας στον καθρέπτη είδε μόνο σταγόνες να κυλάνε. Να παραμορφώνουν. Συνηθισμένη καθώς ήταν από σταγόνες στο πρόσωπο της, δεν έδωσε και πολύ σημασία. Το συνήθιζε τελευταία. Δεν της έδινε σημασία. Την τιμωρούσε…

‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…

Ντύθηκε και βγήκε έξω πιστεύοντας ότι θα αισθανθεί καλύτερα. Μάταιο. Η ζέστη, αν και πρωί, είχε ήδη χτυπήσει κόκκινο. Κόκκινο χτύπησαν και τα νεύρα της όταν το λεωφορείο σταμάτησε και ο οδηγός τους κατέβασε όλους, λόγω βλάβης. Στοιβάχτηκε τότε με όλους τους υπόλοιπους στο επόμενο λεωφορείο. Φτάνοντας στην δουλειά και μετά τον πρωινό καβγά, καθιερωμένο ‘νούμερο’ της επιθεώρησης που ονομάζεται ‘Το αφεντικό μιλάει…’, ήταν ήδη στα πρόθυρα όχι μόνο νευρικής κρίσης αλλά κατάρρευσης. Έτσι η μέρα κύλησε σαν όλες τις υπόλοιπες. Με πελάτες να έχουν πάντα δίκιο, με το αφεντικό να έχει πάντα δίκιο, με τις εταιρίες να έχουν πάντα δίκιο. Με όλους γενικά να έχουν δίκιο εκτός από αυτήν…

‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…

Η ώρα επιτέλους προχώρησε, έφτασαν οι δείκτες εκεί που έπρεπε για να φύγει και αυτή. Να πάει εκεί που ήθελε. Στην ηρεμία της. Στην ησυχία της. Στο σπίτι της. Στο καταφύγιο της. Έτσι λειτουργούσε πάντα ο χώρος της. Σαν καταφύγιο. Από όλους και από όλα. Εκεί έκανε όλα όσα την ευχαριστούσαν. Διάβαζε. Άκουγε μουσική. Καθόταν στον υπολογιστή της και άνοιγε τα παραθυρόφυλλα του σε μια άλλη ζωή. Φρόντιζε το μοναδικό της φυτό. Καθάριζε με αγάπη τον χώρο της. Πάντα τακτοποιημένος ήταν για να λειτουργούν όλα άψογα. Όλα. Και εκείνη. Και όλοι…

‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…

Σήμερα όμως μπαίνοντας μέσα αισθάνθηκε ότι δεν ήταν μόνη. Ήταν και αυτός εκεί. Καθισμένος στον καναπέ αναπαυτικά, να την κοιτάει γελώντας. Ταράχθηκε. Έμεινε ακίνητη. Πάγωσε. Αμέσως όμως το ξεπέρασε γιατί ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα του έδινε πλεονέκτημα και αυτό δεν θα το ξαναδέχονταν με τίποτα. Του γέλασε και τον ρώτησε ευγενικά αν θα ήθελε να του προσφέρει κάτι. Αυτός ήταν όπως συνήθως αμίλητος. Με ένα μόνο νεύμα της είπε ότι όχι, δεν ήθελε τίποτα. Τίποτα άλλο εκτός από αυτήν. Και αυτή το ήξερε. Το αισθανόταν. Τελικά όσο κι αν προσπαθείς ο χρόνος έρχεται, έρχεται χωρίς να σου ζητά τίποτα άλλο, εκτός από εσένα…

‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…

 

[The Three Ages of Woman paint by Gustav Klimt]