
Η αίσθηση που είχε μόλις ξύπνησε ήταν του κενού. Του άδειου. Του άχρονου. Την προσπέρασε όμως και πήγε στο μπάνιο. Πλύθηκε. Κοιτάζοντας στον καθρέπτη είδε μόνο σταγόνες να κυλάνε. Να παραμορφώνουν. Συνηθισμένη καθώς ήταν από σταγόνες στο πρόσωπο της, δεν έδωσε και πολύ σημασία. Το συνήθιζε τελευταία. Δεν της έδινε σημασία. Την τιμωρούσε…
‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…
Ντύθηκε και βγήκε έξω πιστεύοντας ότι θα αισθανθεί καλύτερα. Μάταιο. Η ζέστη, αν και πρωί, είχε ήδη χτυπήσει κόκκινο. Κόκκινο χτύπησαν και τα νεύρα της όταν το λεωφορείο σταμάτησε και ο οδηγός τους κατέβασε όλους, λόγω βλάβης. Στοιβάχτηκε τότε με όλους τους υπόλοιπους στο επόμενο λεωφορείο. Φτάνοντας στην δουλειά και μετά τον πρωινό καβγά, καθιερωμένο ‘νούμερο’ της επιθεώρησης που ονομάζεται ‘Το αφεντικό μιλάει…’, ήταν ήδη στα πρόθυρα όχι μόνο νευρικής κρίσης αλλά κατάρρευσης. Έτσι η μέρα κύλησε σαν όλες τις υπόλοιπες. Με πελάτες να έχουν πάντα δίκιο, με το αφεντικό να έχει πάντα δίκιο, με τις εταιρίες να έχουν πάντα δίκιο. Με όλους γενικά να έχουν δίκιο εκτός από αυτήν…
‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…
Η ώρα επιτέλους προχώρησε, έφτασαν οι δείκτες εκεί που έπρεπε για να φύγει και αυτή. Να πάει εκεί που ήθελε. Στην ηρεμία της. Στην ησυχία της. Στο σπίτι της. Στο καταφύγιο της. Έτσι λειτουργούσε πάντα ο χώρος της. Σαν καταφύγιο. Από όλους και από όλα. Εκεί έκανε όλα όσα την ευχαριστούσαν. Διάβαζε. Άκουγε μουσική. Καθόταν στον υπολογιστή της και άνοιγε τα παραθυρόφυλλα του σε μια άλλη ζωή. Φρόντιζε το μοναδικό της φυτό. Καθάριζε με αγάπη τον χώρο της. Πάντα τακτοποιημένος ήταν για να λειτουργούν όλα άψογα. Όλα. Και εκείνη. Και όλοι…
‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…
Σήμερα όμως μπαίνοντας μέσα αισθάνθηκε ότι δεν ήταν μόνη. Ήταν και αυτός εκεί. Καθισμένος στον καναπέ αναπαυτικά, να την κοιτάει γελώντας. Ταράχθηκε. Έμεινε ακίνητη. Πάγωσε. Αμέσως όμως το ξεπέρασε γιατί ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα του έδινε πλεονέκτημα και αυτό δεν θα το ξαναδέχονταν με τίποτα. Του γέλασε και τον ρώτησε ευγενικά αν θα ήθελε να του προσφέρει κάτι. Αυτός ήταν όπως συνήθως αμίλητος. Με ένα μόνο νεύμα της είπε ότι όχι, δεν ήθελε τίποτα. Τίποτα άλλο εκτός από αυτήν. Και αυτή το ήξερε. Το αισθανόταν. Τελικά όσο κι αν προσπαθείς ο χρόνος έρχεται, έρχεται χωρίς να σου ζητά τίποτα άλλο, εκτός από εσένα…
‘Επιβάλλεις ποινή…’ είπες αλλά δεν είπες σε ποιον τελικά…
[The Three Ages of Woman paint by Gustav Klimt]