Συνομωσίες του μυαλού…

surrendering.jpg

Το είχε πάντα τακτοποιημένο. ‘Καθαρό’. Ό,τι έμπαινε πήγαινε και καθόταν εκεί που ήταν η θέση του. Η σωστή του θέση. Τίποτα άτακτο. Τίποτα να περιφέρεται άσκοπα. Όλα είχαν μια θέση. Και αυτή η απόλυτη ‘διαχειρίστρια’. Τάξη απόλυτη. Άφηνε το χάος για τους άλλους. Άφηνε το χάος έξω από την ζωή της. Από το μυαλό της. Ικανοποιημένη από την επίτευξη του στόχου, πάντα. Ανεκπλήρωτη ικανοποίηση, όμως…
Ώσπου όλα μια μέρα άλλαξαν. Ανεπιστρεπτί…
Το πώς και το γιατί μπορεί να τακτοποιηθήκαν με τον καιρό, όμως τώρα πια μονολογούσε συνέχεια ένα στίχο του Φ. Νίτσε που την έκανε να αναζητεί και την εκπλήρωση…
‘Κάποιος πρέπει να έχει το χάος μέσα του για να γίνει φλεγόμενο αστέρι…’

Ακύρωση…

window.jpg

Το λεωφορείο στην ώρα του. Το εισιτήριο στο χέρι. Η ‘ακύρωση’ καθημερινή διαδικασία. Θέση κενή. Η διαδρομή ξεκινά. Οι δρόμοι γνωστοί. Οι άνθρωποι άγνωστοι. Κίνηση σήμερα. Αιτία η βροχή. Οι σταγόνες κυλάν λες και θέλουν να καθυστερήσουν το νου. Τα μάτια σιγά σιγά συνηθίζουν τις εικόνες. Το παράθυρο, κορνίζα. Ο ουρανός θολός. Ησυχία…
Τότε τα μάτια μου πέφτουν πάνω της. Εκείνη στο μπαλκόνι της καθισμένη, πίνει τον καφέ της. Ντυμένη στα χρώματα της πολυκατοικίας. Δεν ‘ξεχωρίζει’. Έχει γίνει ένα με τους τοίχους και τα κάγκελα. Διακρίνεται δύσκολα. Το βλέμμα της αδιάφορο. Φέρνει στα χείλη το φλιτζανάκι με τον καφέ. Αχνίζει στο πρωινό κρύο. Το τσιγάρο στο χέρι. Κάθεται και σκέφτεται τι; Ποιος ξέρει…
Είναι ακίνητη σαν παγωμένη. Ξαφνικά χαμηλώνει τόσο τα μάτια της που τα νιώθω δίπλα μου. Με κοιτά. Μου χαμογελά. Με είδε; Δεν είναι δυνατόν…
Το λεωφορείο ξεκινά και πάλι. Στην κορνίζα νέα εικόνα. Γυρίζω πίσω να δω την παλιά. Ναι, σε μενα χαμογελά… ‘Ξεχωρίζει’ πλέον. Το άσπρο των ματιών της είναι ευδιάκριτο. Σηκώνεται και μπαίνει μέσα. Τελείωσε ο καφές, τελείωσε και η βόλτα του μυαλού…

Ένας μικρός Θεός…

angel_girl.jpg

Τρία αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου ‘Ελένη από χαρτί’ του Μάνου Στεφανίδη, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα…

Τώρα η αγάπη πρέπει να μεταστραφεί σε καθαρό μίσος για να αποκτήσει το μέλλον μου νόημα. Κινητήρια δύναμη της απελπισίας…

Θυμάσαι τι σου έλεγα; Ας είναι αυτό το τελευταίο μου μάθημα. Σαν μνημόσυνο: ‘Η αλήθεια για τον καθένα μας είναι η αλήθεια της επιθυμίας του. Ελπίζω τώρα, που έκανες τις επιλογές σου, να το παραδεχθείς.

Τώρα ξαπλωμένος στην πεζούλα της ταράτσας. Ανάσκελα. Μετέωρος. Κοιτάω το άπειρο σε μπλε και έχω την αίσθηση βυθού. Γκρεμίζομαι απάνω! Ίλιγγος. Εν τω μεταξύ τα μυριάδες αστέρια αναβοσβήνουν μυριάδες φορές, εξαγορασμένα όλα με τριάκοντα αργύρια. Η αγάπη, λοιπόν, σε μεταμορφώνει σε μικρό Θεό. Όχι, όμως για ν’ αναστηθείς, αλλά για τον Σταυρό. Σε φωτίζει πάντως έκπαγλα ανεβάζοντας σε ψηλά σε όρος. Τότε τα ιμάτια σου λευκά σαν το φως. Μ’ αυτά τα ίδια θα κατέβεις στον Άδη φωσφορίζοντας για να σε βλέπουν οι πεθαμένοι…

Ο ίδιος ο συγγραφέας μου απάντησε μέσα από το βιβλίο του και σε μια ερώτηση που εδώ και πολύ καιρό δεν μπορούσα να μου απαντήσω…

Γιατί κάποιος να αντιγράφει κάτι που του αρέσει…

Ιδού τι έγραψε…

Η αντιγραφή μ’ ανακουφίζει. Σαν ν’ αφορούν οι λέξεις σε άλλο δράμα. Σαν να είναι οι δικές του λέξεις βάλσαμο για τις δικές μου, τις ανήμπορες…

Ευχαριστώ κύριε Στεφανίδη, τα λόγια σας βάλσαμο για τα δικά μου τα ανήμπορα..

Φύλλα καρδιάς…

leaves.jpg

Όπως τα φύλλα έπεφταν
Τα δάκρυα εκύλησαν
Στο χώμα εσταμάτησαν
Και εκεί αναπολήσαν…

Πρωτόπλαστοι ξεπρόβαλαν
Χωρίς να έχουν λάθη
Μόνο μια αγάπη άδολη
Μες της καρδιάς τα βάθη…

-Το έγραψα κοιτώντας
δυο φύλλα να πέφτουν…

Mea culpa…

girl-sleeping.jpg

Όλο το βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν την χωρούσε ο τόπος και ο χρόνος. Ήθελε να ξεφύγει, να φύγει. Την έπιανε συχνά αυτό το πνίξιμο. Χανόταν. Σηκώθηκε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τα φώτα του δρόμου θολά από την βραδινή ομίχλη. Κοιτούσε τον δρόμο. Ήθελε να τον περπατήσει και όπου την βγάλει. Όπου την πάει. Την σκέψη την έκανε, το κουράγιο δεν είχε. Όχι, δεν είχε τίποτα πλέον. Μόνο σκέψεις. Μόνο δάκρυα. Αδιέξοδο. Σκούπισε το πρόσωπο της. Πήγε στην κουζίνα. Ήπιε ένα ποτήρι νερό. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι. Έπεσε στα μαξιλάρια της και σκεπάστηκε. Τουλάχιστον εκεί ήταν ζεστά. Ήταν οικεία. Έξω ήταν όλα άγνωστα, πια. Κοιτούσε το ταβάνι. Σκεφτόταν. Την ζωή της. Την διαδρομή της. Ο χρόνος που της δόθηκε μέχρι εκείνη την στιγμή, έλειπε. Τα κομμάτια του παζλ όλα κάτω. Έπρεπε να τα βάλει πάλι στην θέση τους. Να συμπληρώσουν το ένα το άλλο. Γύρισε στο πλάι. Τα φώτα θολά. Άρχισε να ξημερώνει. Η Γη έκανε την περιστροφή της. Η επόμενη μέρα ερχόταν.
‘Mea culpa…’ είπε σιγά μην και την ακούσει κανένας. Ηρέμησε. Τα μάτια της έκλεισαν με αυτήν την λέξη γραμμένη στο ταβάνι…
Κι αν ένα δάκρυ ξανακύλησε δεν το κατάλαβε…
Είχε αποκοιμηθεί…