Κύμα…

sea_wave.jpg

  • Πάντα φουρτουνιασμένη. Πάντα ευμετάβλητη. Κύμα που σκάει στην στεριά…
  • Ναι…

  • Πάντα ήρεμος. Πάντα σταθερός. Θάλασσα χωρίς κύμα…

  • Ναι…

  • Περιέχουμε ο ένας τον άλλο χωρίς να αλληλοσυμπληρωνόμαστε τελικά, ε;

Άμμος…

hands.jpg

  • Σε αισθάνομαι σαν άμμο στα χέρια μου… χάνεσαι… φεύγεις, δεν μπορώ να σε ‘κρατήσω’…

  • Μπορείς…

  • Μα πως; Πως είναι δυνατόν να κρατήσεις την άμμο;

  • Είναι, απλά κλάψε πάνω της. Άφησε τα δάκρυα σου να την ποτίσουν. Θα ‘σκληρύνει’, θα ‘κολλήσει’ στα χέρια σου και έτσι θα μπορέσεις να την κρατήσεις…

Δέσμιος των λέξεων…

Έτσι αισθανόταν κάθε φορά που διάβαζε ένα βιβλίο. Δεσμευόταν από κάθε του λέξη, από κάθε του νόημα. Επιλογή της μετά από σκέψη η αγορά του, η απόκτηση του. Και μετά η ιεροτελεστία. Η μυρωδιά, το άγγιγμα, το διάβασμα. Διάβαζε πάντα ξαπλωμένη, πάντα. Δεν μπορούσε αλλιώς, δεν καταλάβαινε αλλιώς. Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές το γιατί. Γιατί μόνο έτσι; Γιατί έτσι ήταν ‘ίση’ με το βιβλίο, στο ίδιο ‘επίπεδο’, στην ίδια ‘ευθεία’, έτσι έδινε και έπαιρνε ισότιμα. Δεν στεκόταν από πάνω του, δεν του επιβαλλόταν. Ήταν ‘ίσοι’ την στιγμή της ανάγνωσης. Η ανάσα της στην ίδια ευθεία έδινε πνοή στις λέξεις και τις έφερνε πιο κοντά της…
Ιεροτελεστία. Νόημα. Λέξεις…
Ανάγνωση ξανά και ξανά για να βρει το νόημα. Την σκέψη πίσω από την λέξη. Της άρεσε αυτός ο τρόπος ανάγνωσης. Την έκανε δέσμιο των λέξεων. Οι λέξεις πάντα την γοήτευαν και όταν ιδίως τοποθετούνταν και σε σειρά που έδιναν ένα νόημα έξω από τα καθιερωμένα, τότε ήταν που τρελαινόταν. Ερεθιζόταν όλες οι αισθήσεις της και αυτό την απογείωνε. Έκλαιγε, γελούσε, θύμωνε, αναρωτιόταν. Πάντα έλεγε ότι ‘αν ένα γραπτό, σου βγάλει ένα τουλάχιστον συναίσθημα στην επιφάνεια, τότε έχει πετύχει τον στόχο του’ και αυτό πάντα επιδίωκε να συμβαίνει. Να αισθάνεται αυτό που διαβάζει. Να αφήνει την κάθε λέξη να της ‘χαϊδεύει’ τα αυτιά, να της ‘χτυπά’ τα μάτια, να της δίνει όλα αυτά που είχε σκοπό να δώσει ο άνθρωπος πίσω από τις λέξεις.
Ο συγγραφέας…
Πάντα ήθελε να φτιάχνει ένα σκηνικό γραφής του βιβλίου που διάβαζε. Πάντα διάβαζε το βιογραφικό του συγγραφέα και κάθε φορά για τον καθένα έφτιαχνε ένα σκηνικό. Για κάθε βιβλίο ήθελε τον συγγραφέα να είναι μέσα στο δικό της σκηνικό. Ένα βιβλίο που εξυμνούσε τον έρωτα θα έπρεπε να είχε γραφτεί σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο σπιτιού κοντά στην θάλασσα όπου από το ανοιχτό παράθυρο θα μύριζε το γιασεμί και θα ακουγόταν ο παφλασμός των κυμάτων. Ένα βιβλίο που είχε πόνο και δάκρυ θα έπρεπε να είχε γραφτεί σε ένα μικρό στενάχωρο γραφείο διαμερίσματος με κλειστά παράθυρα και υγρασία. Έτσι πριν καν ξεκινήσει να διαβάζει είχε αρχίσει να ‘γράφει’ στο μυαλό της το δικό της βιβλίο για την ανάγνωση του βιβλίου.
Ιεροτελεστία, το είπαμε…
Όταν διάβαζε χανόταν από κάθε τι επίγειο. Ξεκλείδωνε και έμπαινε εκεί. Στο χώρο του μυαλού του συγγραφέα ξάπλωνε και έβλεπε τις λέξεις να γίνονται εικόνες και να αποκωδικοποιούνται στο μυαλό της, βάση των εμπειριών της. Ζούσε την ανάγνωση, την ανάσαινε, ήθελε να έχει χτύπο και ζωή. Ταυτιζόταν με τους ήρωες, πονούσε, γελούσε, έβριζε, σκότωνε, αγαπούσε, θαύμαζε, αναρωτιόταν μαζί τους. Και στο τέλος κλείνοντας το βιβλίο, έκλεινε τον κόσμο του, έκλεινε το σκηνικό της, έκλεινε και τα μάτια της και αισθανόταν τις λέξεις να την έχουν ‘κλείσει’ ή καλύτερα ‘κλειδώσει’ εκεί που ήθελαν. Ξεκλειδώνοντας το νόημα τους την κλείδωναν μέσα τους και έμενε εκεί, δέσμιος των λέξεων…

Σκόνη στο φύσημα του ανέμου…

Άρνηση. Πείσμα. Θυμός.
Απέχθεια. Αναποφασιστικότητα.
Κούραση. Εξάντληση.
Παγωνιά…
Χαρακτηρισμοί δικοί της. Καθημερινή της πραγματικότητα τον τελευταίο καιρό. Χαραγμένοι όλοι στο πετσί της. Είδωλο στα μάτια της. Φωλιασμένοι στην καρδιά της. Όσοι την έβλεπαν δεν την αναγνώριζαν.
‘Μα τι έγινε;’ ρωτούσαν ο ένας τον άλλον χαμηλόφωνα οι συνάδελφοι της.
‘Τι έπαθε;’ αναρωτιόντουσαν και το βουητό της σκέψης τους έφτανε στα αυτιά της. Και τότε ήταν που γινόταν η έκρηξη. Έκρηξη μέσα της. Πάντα μέσα της. Μπορεί τα συντρίμμια να ήταν ορατά αλλά ποτέ δεν μιλούσε για αυτά. Μόνο έσκυβε το κεφάλι και απομακρυνόταν. Έφευγε. Άλλωστε στην δουλειά πήγαινε μόνο για να δουλεύει και όχι για να μιλάει για τα προσωπικά της. Οι φίλοι της χάθηκαν ένας ένας. Με γεωμετρική πρόοδο έμεινε τελείως μόνη. Το ποτό ήταν πλέον ο μοναδικός της σύντροφος. Άρχιζε να πίνει μόλις γυρνούσε σπίτι. Έβαζε κάτι βιαστικά στο στόμα της και μετά έφερνε μπροστά της ένα ‘καθαρό’ και το μπουκάλι. Και έπινε. Έπινε και μιλούσε. Μονολογούσε την ζωή της. Και πάντα κατέληγε να την μοιρολογάει. Το ξημέρωμα την έβρισκε εκεί. Την μια φορά ξαπλωμένη στον καναπέ. Την άλλη ακουμπισμένη στο πλάι στην μεγάλη πολυθρόνα που είχε δίπλα στο παράθυρο. Όπου καθόταν για να πιει, εκεί γινόταν το κρεβάτι της. Έκανε γρήγορα ένα μπάνιο και στην δουλειά. Οι δικοί της ευτυχώς έμεναν μακριά, όποτε και δεν είχε ‘παρεμβολές’. Και έτσι κυλούσαν οι μέρες και τα βράδια της. Πρωί δουλειά, μετά πιοτό. Είχε χάσει πολλά κιλά. Είχε χάσει το χαμόγελο της. Είχε χάσει την γλυκύτητα που πάντα είχε στο πρόσωπο της.
Τώρα ήταν σκληρό. Πετρωμένο, χτισμένο από όλους εκείνους που κατά καιρούς είχαν προσθέσει το ‘λιθαράκι’ τους πάνω της. Από όλους εκείνους που ‘έδωσαν’ ενώ έπρεπε να πάρουν. Ανάθεμα στις χαμένες ισορροπίες. Όλα χαμένα σε μια στιγμή για τον καθένα. Χρόνος και λεπτό αντίστοιχο του καθενός. Ισοζύγιο αρνητικό. Στιγμές άχρονες.
Και κάθε τέτοια στιγμή όλο της το αίμα γινόταν σκόνη και χανόταν θαρρείς στο φύσημα του ανέμου. Ενός παγωμένου ανέμου. Προσπαθούσε να σκεφτεί λογικά. Το έκανε. Όμως ήταν μάταιο. Άσκοπο. Είχε μυαλό; Είχε καρδιά; Όχι δεν είχε πλέον, τίποτα. Τίποτα. Όλα έσταξαν από πάνω της και χύθηκαν με τα δάκρυα της. Και ο παγωμένος αέρας τα έκανε σκόνη, σκόνη στο φύσημα του ανέμου…