
Μετέχω ενός σώματος που πολλές φορές δεν έχω. Δεν μου ταιριάζει τίποτα πια. Ο χώρος αλλοιώθηκε σαν παλιό ξεχασμένο γλυκό του κουταλιού. Ξίνισε. Δεν έχει γλύκα, δεν έχει γράδα το σιρόπι. Φθάρθηκε κι αυτό αλλά και το φρούτο που κάποτε το τάιζε ο ένας στον άλλο. Το παράθυρο κοιτά σε μια απέραντη σκόνη. Θρύμματα ψωμιού πεσμένου κατάχαμα. Αλλοίμονο κι ήταν κάποτε ο άρτος ο επιούσιος. Τώρα μόνο μια κόρα έμεινε, ξερή, να με κοιτά παραπονεμένη που δεν την προτίμησα. Απελπισμένα τα φυτά του απέναντι μπαλκονιού μαρτυρούν την κούραση ενός ακόμη καλοκαιριού. Υπομονετικά περιμένουν τους ανθρώπους να τα ποτίσουν, ρίχνοντας όμως πού και πού και μια κλεφτή ματιά προς τον Θεό. Ματιά προσευχή για βροχή. Που ίσως τα σώσει. Που ίσως έτσι κι η ίδια σωθεί. Το φως άπλετο στριμώχνεται κάτω από μεγάλα μαύρα γυαλιά, που όλοι μας φορούν για να τονώσουν το μειωμένο τους εγώ. Δεν έχει πια χώρο δικό του το φως. Του το κλέψαμε. Όπως κλέψαμε και το οξυγόνο μας. Ασφυκτιούμε σε μια πόλη άναρχη όπως και οι σκέψεις μας. Σε μια πόλη βρώμικη όπως και τα χέρια μας. Σε μια πόλη μεγάλη, φτιαγμένη έτσι, ώστε να έχουμε δρόμους μπροστά μας να παίρνουμε και να αφήνουμε, απάτες του μυαλού μας. Σώματα σαν και το δικό μου, πολλά, ανόμοια και όμως όμοια. Μόνο κάτι μικρές καρδερίνες σπάνε την βουή της ανθρώπινης σιωπής. Κάθονται στο δεντράκι της ζωής και μιλάνε για μας. Σίγουρα για μας. Ο καθένας μας έχει περάσει κάτω απ’ αυτές. Είναι κομμάτι του ουρανού. Κομμάτι του Θεού. Κι εμείς; Εσύ; Εγώ; Τίνος κομμάτι είμαστε; Ενός γλυκού του κουταλιού; Ενός ψωμιού; Λίγου νερού; Συστατικά ποιας ζωής δεν γίναμε; Γιατί; Αφού το θέλαμε…
Φως και οξυγόνο έμεινε. Και μια καρδερίνα να μας θυμίζει τι χάσαμε…
[Photo found in deviantart.com]








