
Για πόσο μπορεί μια λέξη να σπαράζει μέσα μας; Πόση φωνή πρέπει να ‘χει για ν’ ακουστεί; Πόση δύναμη πρέπει να ασκήσει για να ελεθευρωθεί; Είναι φορές που τις ακούω να τριγυρνάνε μέσα μου, σαν Ερινύες. Τύψεις πλέκουν στο μυαλό μου, γιατί τις φυλάκισα. Κι άλλες φορές γροθιά στο πρόσωπο μου δίνουν, όταν τις ελευθερώνω. Σωστό πουθενά. Άτοπο. Άχρονο. Κυλούνε μέσα μου, όμως. Γδέρνουνε το δέρμα μου, όμως. Δεν τις προλαβαίνω, είναι αλήθεια. Δεν με προλαβαίνουν κι ας είναι ψέμα. Οι όψεις τους αλλάζουν. Άλλες φθαρμένες απ’ την αχρηστία. Άλλες άφθαρτες απ’ την χρήση. Και δεν είναι αχαριστία. Ό,τι μου δόθηκε, να το φροντίζω, θέλω. Θέλω κι αν δεν μπορώ. Μπορώ ακόμη κι όταν δεν θέλω. Δεν είναι θέμα προσώπου, είναι θέμα ιδιότητας. Ιδιότητας του χαρακτήρα. Όσος έχει απομείνει. Μαζί μου. Όταν της διαδρομής τα μονοπάτια περπατάς, κάπου κάτι χάνεις. Μπορεί να αναπληρώνεις, αλλά χάνεις. Σαν ξέφτια αφήνεις στο διάβα σου, κομμάτια σου. Μερικές φορές, ξέρεις, δεν θες καν άλλο βήμα να κάνεις. Να μείνεις εκεί επιθυμείς, μαζί τους. Ήταν βλέπεις τα αγαπημένα σου. Τα δικά σου. Άσκοπο. Δεν μπορείς. Δεν γίνεται που να με πάρει. Το βήμα έχει ήδη οριστεί το επόμενο, απ’ το προηγούμενο. Σκύβεις, μπας κι αν γίνεις ένα με το χώμα, απαρατήρητη περάσεις. Ποιος το κατάφερε; Κανένας. Τίποτα. Ούτε καν το ίδιο το κενό. Κι αυτό το ανακαλύψαμε όμως. Όταν κάποιες λέξεις δεν ξεστομίσαμε…
[Moon Whispers paint by Aloramyst]

Έγειρε στο πλάι. Οι σκέψεις είναι που μας βαθαίνουν καμιά φορά. Έκλεισε τα μάτια. Ήθελε κάπου ήρεμα να αφεθεί. Έψαχνε. Από ό,τι είχε. Σε ό,τι είχε. Ήλιο ήθελε αλλά κάπου μακριά ήταν σήμερα. Αέρα ποθούσε το κορμί αλλά κάπου αλλού δινόταν σήμερα. Νερό αποζητούσε αλλά είχε πολλά χρόνια που από τα υγρά είχε αποκοπεί. Φωτιά. Το τελευταίο απ’ τα τέσσερα στοιχεία. Αυτή έκαιγε μέσα. Δεν χρειαζότανε άρα να κουνηθεί. Διαδοχική η των σκέψεων σειρά. Το αναστρέψιμο φόβιζε. Ποιος θέλει την ανατροπή; Κανείς. Το σταθερό. Αυτό που όλοι ζητάνε. Θέλουνε. Το σταθερό όμως είναι τόσο ασταθές. Τόσο πνιγηρό κάποιες φορές. Τόσο θολό. Τόσο καμένο που άλλη φωτιά δεν δέχεται. Τα διώχνει όλα. Μόνο του, το ξέρει, μπορεί να σταθεί. Λάθος κάνει όμως. Ό,τι σταθερό, χωρίς εμάς τους ίδιους μέσα του, σαθρό είναι. Όσο ασταθείς κι αν είμαστε, τόσο στην σταθερότητα διέξοδα δίνουμε. Φυσικά ανάλογα πληρώνουμε και τα έξοδα. Η αντίθεση. Είχε θέση; Ή είχε αντίθεση; Από κάπου ξεκινάς. Όλα και πάντα. Αυτό το πάντα της στιγμής. Γιατί μόνο έτσι έχει διάσταση. Την στιγμή που το λες. Που το νιώθεις. Έτσι μια στιγμή μεγαλουργεί. Μένει. Όταν στο πάντα την βυθίζεις. Στο πάντα και στην διατύπωση του. Στο μυαλό λίγα είναι να κρατάς. Λόγια. Έτσι σαπίζουνε. Έτσι μένουνε βουβά. Κι ότι κακό ίσως κι αν μας κάνουνε, μερικές φορές, δεν τους πρέπει να τα σωπαίνεις. Τα σκοτώνεις έτσι. Κι αυτά αλλά και σένα. Ήχοι ακαθόριστοι διέκοπταν συνέχεια αυτά που στο μυαλό έβαζε. Τακτοποιούσε. Έκλεισε και τα αυτιά. Αλλά πάλι κάτι άκουγε. Υπόκωφα. Εριστικά. Κτύπος ήταν. Το ρολόι κοίταξε. Είχε σταματήσει. Σε ένα λεπτό θα ήταν ενός λεπτού περισσότερη. Αυτή, η σκέψη της, ο χτύπος της…
Ένα χρόνια καλά ξεστόμισε και αποκοιμήθηκε…
[Happy Birthday paint by Alfred Gockel]

Δυο φορές κοιτάξαμε ένα βλέμμα. Δεν το αφήσαμε να μας αγγίξει. Όχι ότι δεν το θέλαμε. Απλά δεν το αντέχαμε. Κομμάτι γυαλί ήτανε. Χάραζε. Ό,τι μπροστά του υπήρχε. Εμείς αντίκρυ, απλά δινόμασταν στο παρελθόν. Στου τώρα την στιγμή πάλι δεν ζούσαμε. Δεν ανασαίναμε. Κοιτούσαμε την απόσταση. Την διαδρομή. Την ανακάλυψη της ή την κάλυψη της; Το μυαλό μέχρι εκεί δεν μπορούσε να φτάσει. Κοιτούσε να σωθεί κι αυτό. Σιωπηλό να μείνει. Όμως μέσα στην σιωπή σίγουρα σώζεσαι; Είναι λες σίγουρη η σιγουριά; Το σίγουρο δεν το θέλει ούτε ο Θεός. Κι εμείς; Τι λαχταρήσαμε λες περισσότερο; Άσε μην απαντάς. Άσε δεν απαντώ. Ας μείνει μόνο το βλέμμα. Εκεί, γυαλί. Κι εμείς πάνω του καρφωμένες ζωές…
[Silence paint by Fabio Calvetti]
[Μανόλης Αναγνωστάκης - Η αγάπη είναι ο φόβος]

Παντελής Θαλασσινός ~ Της μάνας η καρδιά
Συμμετέχει η Αρχοντούλα Σαββιδάκη και η Μαριώ στο ρόλο της μάνας
[Mother and Child paint by Pablo Picasso]

Δυο πατημασιές άφησα.
Χωρίς να θέλω.
Στα παπούτσια μου έναν κόσμο μάζεψα.
Τρέξε να τον δεις.
Πριν τον καθαρίσω.
Δεν είναι καθρέπτης η ματιά.
Άσε τι λένε.
Του ονείρου πόρτες είναι.
Κι εμείς τις ανοιγοκλείνουμε κατά το δοκούν.
Κι είναι κι εκείνες οι φορές που ανοιχτές τις ξεχνάμε.
Ηθελημένα.
Κι μπαίνει μέσα ο άνεμος.
Και φυσάει.
Και σκόνη γεμίζει.
Κι τα αποτυπώματα τότε υφαίνονται.
Ξεκάθαρα.
Ειρωνεία.
Η καθαριοσύνη τελικά στην σκόνη μόνο να φαίνεται…

Του τώρα τις στοές περιδιαβαίνω. Μινώταυρος ή απλά ένα κομμάτι σκοινί; Μάλλον το έπειτα. Γιατί ίνες μου σκορπίζονται σε κάθε μου ανάσα. Πέφτουν από ψηλά χωρίς στο έδαφος να σκάνε. Αιωρούνται λίγα εκατοστά μακριά από ό,τι φοβάμαι. Την επαφή της πτώσης. Τον μηδενισμό της κίνησης. Σε λίγα εκατοστά απ’ την γη κινούμαι. Σε κομμάτια. Το ολόκληρο κάπου το έχασα. Δεν το συγκράτησα. Δεν. Δεν γνωρίζω αν απόφασης αποτέλεσμα τούτο ήταν. Νιώθω απλά την θέση του. Την θέση μου. Λίγα εκατοστά πριν το πουθενά. Εκεί δεν υπάρχεις. Εκεί δεν πονάω. Εκεί δεν λυγάω. Εκεί δεν δακρύζω. Έτσι σε ίνες, σε χορδές στιγμών μεταλλάχτηκα για να μπορέσω να υπάρχω. Χωρίς λέξεις. Χωρίς ζωή. Γιατί βρίσκομαι μια στιγμή πριν το τίποτα. Ότι κι αν είναι αυτό…
[Sunbeam to Earth paint by Bea Danckaert]

Μάζεψα δυο αχτίδες. Από κείνες τις θολές. Στα μάτια μου τις έφερα και το κόκκινο τους μ’ έκαψε. Δεν το ήθελα αλλά το έκανα. Είναι από αυτές τις πράξεις απόγνωσης που κάθε τρελός κάνει. Ξέρει αλλά κάνει. Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Δεν ήθελα καν να το ξες. Αλλά στο όνειρο σου ήρθα. Ξανά και ξανά. Επαναληπτικά. Σαν καραμπίνα που εκπυρσοκροτεί. Ε π α ν α λ η π τ ι κ ά. Ότι θραύσμα κι αν πετάχτηκε, ξέρω, δεν σε χτύπησε. Αν και δεν έβλεπα, κομμάτια γινόμουν απ’ τα κομμάτια του να σε προστατέψω. Έτσι ήλπιζα ότι εμένα θωράκιζα. Δεν ξέρω τι να πω πια. Σφαίρες οι λέξεις. Άηχες. Ανέλπιστες. Τρέχουν αλλά δεν πρόφτασαν. Χτυπήθηκαν με τον αέρα αλλά σώες έμειναν. Αυτές. Γιατί εμείς πληγωθήκαμε. Από ό,τι ελπίσαμε. Από ό,τι προσπαθήσαμε. Από ό,τι ζήσαμε. Μέρες τόσο λευκές όσο και το αλάτι. Όμως οι εισπράξεις είναι μέρος παγερό τελικά. Και έχουν αποτέλεσμα τετελεσμένο. Αποτελειωμένο…
[Antique Leather Suitcase in Sunlight poster]

Όταν μιλάει το φεγγάρι τι λέξεις λέει; Ως που φτάνει ο ήχος τους; Παρέα λες τα σύννεφα να κάνει; Κι αν χορό στήσουνε, εμείς πως θα βρεθούμε, μες στην τόση πολυκοσμία; Κανένα γυάλινο γοβάκι δεν με χωράει πια. Ξυπόλητη έμεινα. Δυο στάχτες στα χέρια μου. Δυο στάχτες στα μαλλιά μου. Φεγγαρόλουστη κατά τα λοιπά. Τι λέξη κι αυτή. Τι μυαλό την σκέφτηκε και μέσα σε ένα τραγούδι την έβαλε; Κι όταν σταματήσουν του ρολογιού οι δείκτες; Τι λες να πάθουμε καρδιά μου; Να σταματήσουμε κι εμείς; Μα πως; Αφού δεν χτυπάμε πια. Κολλήσανε από καιρό οι δείκτες. Ο ένας πάνω στον άλλο. Θέλαμε έτσι λες τον χρόνο να σταματήσουμε; Χάσαμε. Ο χρόνος δεν σταματά. Για κανέναν και ποτέ. Κι όταν το ρολόι έπρεπε πάλι να ξεκινήσει η αποκόλληση πόνεσε. Χαθήκαμε. Κι όταν κοντά ο ένας απ’ τον άλλο περνάμε, τα χέρια δεν απλώνουμε πια. Κολλήσανε κι αυτά πάνω μας σαν σίδερα πυρωμένα απ’ την φωτιά. Όμως ότι κι αν γίνει ήμασταν δείκτες ενός ρολογιού. Που την ζωή μετρούσε. Κι η ζωή δεν σταματά. Κανένας δεν το μπόρεσε. Κανείς δεν θα το μπορέσει. Κι εμείς όσο το θέλαμε, τόσο το πληρώσαμε…
[Night Light paint by Mark Spain]

Δεν θέλω την απουσία σου να βλέπω. Δεν την αντέχω πια. Πάρε μαζί σου ότι φως απέμεινε. Φεύγοντας, την πόρτα μην κλειδώσεις. Τίποτα αξίας δεν μένει πίσω. Τις σκάλες πρόσεχε, μην τυχόν και παγίδες τ’ όνειρο σου ‘βαλε. Ξες εκείνες τις μικρές που απρόσεχτες είναι. Ένα χάδι. Ένα φιλί. Να τα προσέχεις αυτά. Όσο μικρά, τόσο σημαντικά. Κι όσο θα απομακρύνεσαι πίσω μην γυρίσεις να κοιτάξεις. Όλα τα αλάτια του κόσμου πάνω μου θα έχω ρίξει εκεί που κάθε πληγή μου ρίζωσε. Έτσι μόνο μαρμαρωμένη δεν θα μείνω. Μόνο μην βρέξει φοβάμαι. Γιατί το αλάτι διαλύεται στο νερό. Και μετά πως την ανάμνηση του ονείρου θα κρατήσω;
[The Dream paint by Pablo Picasso]

Επι-Σκέψεις...